«Crash test» ΣΥΡΙΖΑ - Νέας Δημοκρατίας για φόρους και εισφορές

Που απευθύνονται με τις εξαγγελίες τους ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης

«Crash test» ΣΥΡΙΖΑ - Νέας Δημοκρατίας για φόρους και εισφορές

Ο πρωθυπουργός υποσχέθηκε ότι θα μοιράσει λίγα (ή πολύ λίγα) στους πολλούς που πληρώνουν τα λιγότερα και… ψίχουλα ή και τίποτα στους λίγους που πληρώνουν τα πολλά. Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας από την άλλη, θέλησε να συμπεριλάβει στις δικές του εξαγγελίες και τα μεσαία ή ακόμη και τα υψηλά εισοδήματα που αν και «έχοντες» έχουν σπρώξει το κάρο των φόρων καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης.

 

Διακριτές είναι πλέον οι διαφορές ανάμεσα στην οικονομική πολιτική που σκοπεύουν να ακολουθήσουν κυβέρνηση και αντιπολίτευση την επομένη των εκλογών. Ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μπορεί να άνοιξαν τα ίδια κεφάλαια (μείωση ΕΝΦΙΑ, μείωση ασφαλιστικών εισφορών, κατάργηση υποκατώτατου μισθού, μείωση ΦΠΑ) ωστόσο υπήρχαν αισθητές διαφορές τόσο όσον αφορά στην κοστολόγηση των μέτρων όσο και σχετικά με τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες απευθύνονται πλέον οι δύο πολιτικές δυνάμεις.

Η πρώτη διαπίστωση έχει να κάνει με την κοστολόγηση των μέτρων. Οι ρόλοι αντιστράφηκαν σε σχέση με το 2014. Τότε, ο σημερινός πρωθυπουργός υποσχόταν τα πάντα χωρίς να αιτιολογήσει που θα βρει τα λεφτά να υλοποιήσει τις εξαγγελίες του. Φέτος, ο Αλέξης Τσίπρας υποχρεώθηκε να κινηθεί εντός των πλαισίων του μεσοπρόθεσμου. Από την άλλη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβασε τον λογαριασμό και μάλιστα χωρίς να δώσει πολλές λεπτομέρειες ούτε για το συνολικό κόστος ούτε για το πώς θα τα δικαιολογούσε στους δανειστές αν ήταν η δική του κυβέρνηση που θα έπρεπε να κάνει τις επαφές με τους δανειστές. Άλλωστε, ο κ. Μητσοτάκης έθεσε ουκ ολίγες φορές το θέμα της εκ νέου διαπραγμάτευσης με τους δανειστές για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων κάτι που δεν άγγιξε ο πρωθυπουργός δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε φάση διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς για τον προϋπολογισμό του 2019.

Η σημερινή κυβέρνηση, με τα μέτρα που εξήγγειλε κατέστησε σαφές ότι έχει διαφορετική στόχευση σε σχέση με τη Νέα Δημοκρατία. Τα μέτρα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός αφορούν κατά κύριο λόγο τα πολύ χαμηλά εισοδήματα και τους έχοντες μικρή ιδιοκτησία. Έτσι, στον ΕΝΦΙΑ διοχετεύει το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων για να ενισχύσει έχοντες περιουσίες έως 60.000 ή 100.000 ευρώ ενώ στον φόρο εισοδήματος αρκείται στο να μην προχωρήσει η περικοπή του αφορολογήτου κάτι που θα προκαλούσε κατακόρυφη αύξηση του φόρου κυρίως για τους χαμηλόμισθους και τους χαμηλο συνταξιούχος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης από την άλλη, θέλει να «αγγίξει» και τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα κάτι που επιτυγχάνει με την πρόταση να φορολογηθεί με συντελεστή 9% αντί για 22% που είναι σήμερα το τμήμα του εισοδήματος έως τις 10.000 ευρώ.

Για τις ασφαλιστικές εισφορές η Νέα Δημοκρατία κινείται πιο επιθετικά μειώνοντας συντελεστές για όλους (από το 20% στο 15%) και όχι μόνο για τους επιτηδευματίες όπως προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια, η πρόταση της κυβέρνησης περιορίζεται το δημοσιονομικό κόστος στα 220-230 εκατ. ευρώ ενώ η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας θέλει μερικά… δις. ευρώ για να ενεργοποιηθεί. Επιθετικότερη είναι η Νέα Δημοκρατία και στις επιχειρήσεις όπου θέλει μείωση και στον φόρο των μερισμάτων και στον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων. Κατεβάζει τον συντελεστή (τον πραγματικό συντελεστή) στο 24% από περίπου 40% που είναι σήμερα ενώ η κυβέρνηση μιλάει για σταδιακή αποκλιμάκωση μόνο του φόρου νομικών προσώπων από το 29% στο 25% και αυτό σε βάθος τετραετίας.

Στο μέτωπο του υποκατώτατου μισθού και του κατώτατου μισθού, τα δύο κόμματα φαίνεται να συμφωνούν από τη μία στην κατάργηση και από την άλλη στην αύξηση. Δεν συμφωνούν όμως στις δαπάνες του δημοσίου και στην επιδοματική πολιτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ των άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων (επίδομα στέγασης κλπ) ενώ η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να προτιμά τη μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Στο ΦΠΑ τέλος, η Νέα Δημοκρατία επικεντρώνει στην οικοδομή (αναστολή για τις νέες ανεγέρσεις) και στην εστίαση (μείωση από το 24% στο 13%) ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει μείωση των γενικών συντελεστών από το 24% στο 22% και από το 13% στο 12%.

1.0
Αξιολόγηση