Κι όμως το ΔΝΤ ζητά μειώσεις φόρων - Όλη η πρότασή του

Κι όμως το ΔΝΤ ζητά μειώσεις φόρων - Όλη η πρότασή του
Από… αριστερά βγαίνει στην ελληνική κυβέρνηση το ΔΝΤ όσον αφορά στη φορολογική πολιτική. Στην έκθεση που συνέταξε η ομάδα της Ντέλιας Βελκουλέσκου στο πλαίσιο του άρθρου 4 του κανονισμού του ΔΝΤ, προτείνει η διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσα από την πολυσυζητημένη μείωση του αφορολογήτου, να συνδυαστεί με μειώσεις φορολογικών συντελεστών τόσο στους φόρους εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων όσο και στον ΦΠΑ ο οποίος «μπορεί να μειωθεί κατά μια ποσοστιαία μονάδα».

Το Ταμείο κατηγορεί την Ελλάδα για «πολιτικές εμπλοκές» στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό ενώ υποστηρίζει ότι η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική ευνοοεί τους σημερινούς συνταξιούχους εις βάρος των φτωχότερων εργαζόμενων οι οποίοι βυθίζονται σε ολοένα και υψηλότερα ποσοστά φτώχειας. Οι συντάκτες της έκθεσης που θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα στο ΔΣ του Ταμείου, προτείνουν η Ελλάδα να προχωρήσει σε εκκαθάριση της τεράστιας δεξαμενής με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία αλλά και να αποφύγει κάθε ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών που οδηγεί τελικώς στα αντίθετα αποτελέσματα

Οι συντάκτες της έκθεσης, ασκούν σκληρή κριτική για τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό ο οποίος συχνά υπόκειται σε «πολιτικές πιέσεις» όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Ως μια από τις βασικές προκλήσεις για την Ελλάδα –όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά- είναι η αντιμετώπιση της «έκρηξης» του ιδιωτικού χρέους προς το Δημόσιο το οποίο έχει φτάσει πλέον να αντιστοιχεί στο 70% του ΑΕΠ ποσοστό που είναι το υψηλότερο μεταξύ όλων των χωρών μελών της Ευρωζώνης. (σ.σ οι συντάκτες του ΔΝΤ προσθέτουν χρέη για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες έχουν εκτιναχθεί κοντά στα 125 δις. ευρώ). «Περίπου ο μισός πληθυσμός της χώρας έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο, ποσοστό το οποίο επίσης είναι πολύ υψηλότερο από τον αντίστοιχο δείκτη άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Την ραγδαία αύξηση των οφειλών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία το ΔΝΤ την αποδίδει:

  1. Στην συνεχιζόμενη ύφεση η οποία επηρέασε την οικονομική δραστηριότητα
  2. Στους εξαιρετικά υψηλούς φορολογικούς συντελεστές
  3. Στα «τιμωρητικά» όπως χαρακτηρίζονται, πρόστιμα και στις ποινές που προστίθενται στο συνολικό χρέος
  4. Στον αναποτελεσματικό φοροεισπρακτικό μηχανισμό ο οποίος υπόκειται συχνά σε πολιτικές αναμείξεις και αδυνατεί να ενισχύσει τη συλλογή των φόρων
  5. Στις αλλεπάλληλες πολιτικές φορολογικής «αμνηστίας» και ρυθμίσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών οι οποίες «το μόνο στο οποίο εξυπηρέτησαν είναι να αποδυναμώσουν ακόμη περισσότερο τα κίνητρα για εμπρόθεσμη καταβολή των φορολογικών υποχρεώσεων.

Το ΔΝΤ κατηγορεί την Ελλάδα για το γεγονός ότι χρηματοδοτεί τις συντάξεις (σ.σ αναφέρεται ρητά ότι η δαπάνη για τις συντάξεις είναι πέραν των αντοχών της ελληνικής οικονομίας) επιβάλλοντας εξαιρετικά υψηλούς φορολογικούς συντελεστές σε «στενή» φορολογική βάση. Οι συντάκτες της έκθεσης κατηγορούν ανοικτά την Ελλάδα για άσκηση οικονομικής πολιτικής δύο ταχυτήτων. Στο «στρατόπεδο» των ευνοημένων κατατάσσει:

  1. Τους σημερινούς συνταξιούχους
  2. Την «μεσαία τάξη» η οποία απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής φόρων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ΔΝΤ, οι μισοί μισθωτοί απαλλάσσονται από την υποχρέωση πληρωμής φόρων όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τις χώρες μέλη της Ευρωζώνης διαμορφώνεται στο 8%. Συγκεκριμένα, φόρους δεν πληρώνει το 53% των μισθωτών αλλά και το 85% των αγροτών. Εντυπωσιακό στοιχείο που επικαλείται το ΔΝΤ είναι το γεγονός ότι το 60% των συνολικών φορολογικών εσόδων, πληρώνεται από το 10% των Ελλήνων φορολογουμένων που δηλώνουν τα υψηλότερα εισοδήματα.

Στο στρατόπεδο των αδικημένων, το ΔΝΤ εντάσσει τους ανέργους αλλά και τους έχοντες τα χαμηλότερα εισοδήματα οι οποίοι, όπως αναφέρεται, στερούνται πρόσβασης σε καλά στοχευμένες κοινωνικές παροχές. Το ΔΝΤ αναφέρεται και στην κατακόρυφη μείωση των ποσοστών φτώχειας για τους συνταξιούχους σε αντίθεση με τη φτώχεια των εργαζομένων (αλλά και των ανήλικων παιδιών) η οποία αυξήθηκε κατακόρυφα.

Στην έκθεση διατυπώνεται ρητά η θέση ότι αν ο μεσοπρόθεσμος στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα επιλεγεί να διατηρηθεί πάνω από το 1,5% (σ.σ ποσοστό που θεωρεί κατάλληλο το ΔΝΤ) τότε θα πρέπει να ληφθούν επιπλέον μέτρα είτε για να ενισχύσουν τα έσοδα είτε για να περιορίσουν τις δαπάνες. Όπως αναφέρεται, η εμπειρία από τις χώρες στις οποίες έχει παρέμβει το ΔΝΤ δείχνει ότι δημοσιονομικές προσαρμογές που έχουν στηριχτεί στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στο «εξορθολογισμό» των δαπανών θα έχουν μικρότερη επίπτωση στην ανάπτυξη. Και αυτό διότι σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου οι συντελεστές βρίσκονται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, επιβολή περαιτέρω φορολογικών μέτρων μπορούν να επιφέρουν τα αντίθετα αποτελέσματα μειώνοντας τις επενδύσεις αλλά και τα εισοδήματα από εργασία.

Το ΔΝΤ αναφέρει ότι οι συντελεστές σε όλους τους βασικούς φόρους είναι υψηλότεροι από τον μέσο όρο των χωρών μελών της Ευρωζώνης. Παρ’ όλα αυτά, οι συντελεστές εισπραξιμότητας στην Ελλάδα είναι χαμηλότεροι καθώς οι υψηλοί συντελεστές επιβάλλονται σε μικρό αριθμό φορολογουμένων. Αυτό ενισχύει την «μαύρη οικονομία» αποθαρρύνει τη συμμετοχή των εργαζομένων στην επίσημη οικονομία και δίνει ισχυρά κίνητρα στις επιχειρήσεις να μεταφέρουν τη φορολογική τους έδρα σε γειτονικές χώρες με χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή. Σε αυτό το σημείο, το ΔΝΤ προτείνει ταυτόχρονα με την πολυσυζητημένη μείωση του αφορολογήτου αλλά και την κατάργηση των φορολογικών απαλλαγών να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι αν μειωθεί το αφορολόγητο στον μέσο όρο της Ευρωζώνης τότε μπορεί να δημιουργηθεί ο δημοσιονομικός χώρος για:

  1. Μείωση του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων κατά 10%
  2. Μείωση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά 15-20%
  3. Μείωση του ανώτερου συντελεστή του ΦΠΑ κατά μια ποσοστιαία μονάδα προκειμένου να τονωθεί η ανάπτυξη, η επένδυση και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στην επίσημη οικονομίας.
Αξιολόγηση