Το 64,4% των εργαζομένων είναι καταπονημένοι, δουλεύουν πολύ με λίγα μέσα

Το 64,4% των εργαζομένων είναι καταπονημένοι, δουλεύουν πολύ με λίγα μέσα

Οσοι ζητούν επαναφορά πρακτικών στις εργασιακές σχέσεις που επικρατούσαν πριν την κρίση, μετά την ολοκλήρωση των Μνημονίων τον Αύγουστο του 2018, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι αυτή δεν πρόκειται να επιφέρει και βελτίωση της κατάστασης των εργαζομένων στην αγορά εργασίας, λέει ο ΣΕΒ.

Σοβαρά προβλήματα στην ελληνική αγορά εργασίας αναζητούν λύσεις σημειώνει ο ΣΕΒ στο τελευταίο δελτίο του για την ελληνική οικονομία, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν πολύ με λίγα μέσα.

Σύμφωνα με τον ΣΕΒ «ηεπικρατούσα κατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας, με βάση δείκτες απασχόλησης και ποιότητας συνθηκών εργασίας, καθώς και δείκτες παροχής ευκαιριών σε όλους, είναι μάλλον απογοητευτική.

Με βάση στοιχεία του ΟΟΣΑ, στην Ελλάδα σήμερα, σε μια χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας στις χώρες του ΟΟΣΑ (21,6% το β’ τρίμηνο του 2017),

• Από τους ανθρώπους σε εργάσιμη ηλικία 15-64 ετών, σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ όπου 2 στους 3 εργάζονται (66,4%), στην Ελλάδα μόνο οι μισοί περίπου εργάζονται (50,8% το 2015, 53% το 2017), ή το 47,7% το 2015 εάν όλοι είχαν πλήρη απασχόληση.

• Οι εργαζόμενοι αμείβονται με 10,2 δολάρια ΗΠΑ την ώρα, όταν ο μέσος όρος ΟΟΣΑ είναι 16,5 δολάρια/ώρα, ενώ σε χώρες όπως η Τουρκία (5,6 δολάρια/ώρα), η Ρωσία (4,1 δολάρια/ώρα), η Πορτογαλία (8,6 δολάρια/ώρα), καθώς και πρώην κομμουνιστικές χώρες, οι αμοιβές των εργαζομένων είναι χαμηλότερες.

• Όταν οι εργαζόμενοι μένουν άνεργοι, χάνουν το 32% του εισοδήματος τους, όταν ο μέσος όρος ΟΟΣΑ είναι 6,5%.

• 64,4% των εργαζομένων είναι καταπονημένοι (δουλεύουν πολύ με λίγα μέσα) και το 11,2% δουλεύει πάνω από 60 ώρες εβδομαδιαίως, με μόνη την Τουρκία να είναι σε χειρότερη κατάσταση (76,2% καταπονημένοι με το 23,3% πάνω από 60 ώρες εβδομαδιαίως).

• 16,1% των εργαζομένων αμείβονται με κάτω του 50% του διαμέσου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, με μέσο όρο ΟΟΣΑ 10,6%, όταν το εισοδηματικό όριο όσων αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου εισοδήματος.

• Οι γυναίκες αμείβονται για την ίδια δουλειά λιγότερο από τους άνδρες, με τη διαφορά στις αμοιβές να ανέρχεται σε 51,7% της αμοιβής των ανδρών, με μόνο την Κορέα, την Ιαπωνία και το Μεξικό να έχουν μεγαλύτερες διαφορές, όταν στη Σκανδιναβία η διαφορά στις αμοιβές μεταξύ των δύο φύλων περιορίζεται στο 20-25%.

• Οι νέοι, οι γέροι, οι μητέρες με μικρά παιδιά, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι μετανάστες, έχουν μικρότερο ποσοστό απασχόλησης, με τη διαφορά κατά μέσο όρο να ανέρχεται σε 38,1% του ποσοστού απασχόλησης της πιο απασχολήσιμης ομάδας του εργατικού δυναμικού (άνδρες 18-55 ετών). Μόνο στο Μεξικό (41,4%) και την Τουρκία (47,6%), τα ποσοστά είναι υψηλότερα, με μέσο όρο ΟΟΣΑ 25,4%.

Βεβαίως, η ελληνική αγορά εργασίας υφίσταται τις αλλαγές στους κανόνες που θεσπίστηκαν κάτω από έκτακτες καταστάσεις (κρίση δημόσιου χρέους, ύφεση), με πρωτόγνωρες για την Ελλάδα, αν και σύμφωνες σε μεγάλο βαθμό με διεθνείς πρακτικές, διευθετήσεις στην αγορά εργασίας.

Σε καμία, όμως, περίπτωση, η σχετικά κακή εικόνα στην αγορά εργασίας δεν σχετίζεται με το νέο αυτό θεσμικό πλαίσιο. Μάλιστα συγκρίνοντας τα στοιχεία αυτά με αντίστοιχα δεδομένα πριν την κρίση βλέπουμε ότι, εκτός της υψηλής ανεργίας και της εκτιμώμενης απώλειας εισοδήματος που οφείλονται στην μακρά διάρκεια της ύφεσης, όλοι οι υπόλοιποι διαρθρωτικοί δείκτες δεν εμφανίζουν παρά οριακές μεταβολές.

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς εργασίας, αν μη τι άλλο, βοήθησε στην εξομάλυνση των αδιεξόδων της ανεργίας που προκάλεσε στην ιδιωτική οικονομία η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή. Επισημαίνεται ότι ήταν επιλογή στα διαδοχικά προγράμματα η προσαρμογή να γίνει κυρίως μέσω της υπερφορολόγησης, που μειώνει τις ιδιωτικές επενδύσεις και την ιδιωτική απασχόληση. Η επιλογή αυτή έγινε σε μια προσπάθεια αποφυγής μείωσης του μεγέθους του κράτους, με πρόγραμμα και σχέδιο ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα παροχής υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής προστασίας από το δημόσιο, που παραμένει σε χαμηλό επίπεδο παρά τα αλλεπάλληλα σχέδια αναδιοργάνωσής του που έχουμε δει να παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια των μνημονίων.

Χωρίς τη μερική απασχόληση και τη μείωση του κατώτατου μισθού, καθώς και τη μεγαλύτερη ευελιξία στον καθορισμό των μισθών σε επιχειρησιακό επίπεδο, η ανεργία θα ήταν σήμερα σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα από το υψηλό 27% του 2013, ενώ η ύφεση θα συνεχιζόταν με αμείωτους ρυθμούς.

Συνεπώς, όσοι ζητούν επαναφορά πρακτικών στις εργασιακές σχέσεις που επικρατούσαν πριν την κρίση, μετά την ολοκλήρωση των Μνημονίων τον Αύγουστο του 2018, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι αυτή δεν πρόκειται να επιφέρει και βελτίωση της κατάστασης των εργαζομένων στην αγορά εργασίας.

Αντιθέτως, μια τέτοια επιστροφή στο παρελθόν, θα σηματοδοτήσει το τέλος της όποιας ανάκαμψης, και της συνακόλουθης αύξησης της απασχόλησης, και, την απαρχή νέων περιπετειών για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και εργασίας. Επείγει, συνεπώς να συμφωνηθεί μέσω του κοινωνικού διαλόγου ένα νέο, φιλικό προς την ανάπτυξη, θεσμικό πλαίσιο στα εργασιακά.»

Αξιολόγηση