Ένας στους τρεις Έλληνες εργαζομένους είναι ελεύθερος επαγγελματίας

Ένας στους τρεις Έλληνες εργαζομένους είναι ελεύθερος επαγγελματίας
Σε όλη την Ευρώπη, επιζητούν την τόνωση της μισθωτής απασχόλησης προκειμένου να περιορίζουν την ανεργία, να συγκρατούν τη φοροδιαφυγή και να στηρίζουν τα δημόσια έσοδα αλλά και τα ασφαλιστικά ταμεία. Στην Ελλάδα, ακολουθούμε τον δικό μας... μοναχικό δρόμο: Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν τη χώρα σε ουραγό της Ευρώπης όσον αφορά την αναλογία μισθωτών προς τον συνολικό αριθμό των απασχολουμένων.

Αντίθετα, είμαστε πρωταθλητές Ευρώπης στην αναλογία των αυτοαπασχολουμένων –ελεύθερων επαγγελματιών και επιτηδευματιών– με λογική συνέπεια την έκρηξη της φοροδιαφυγής και τη συνεχή μείωση της δημοσιονομικής απόδοσης του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων. Οι δανειστές, καταγράφοντας στις εκθέσεις τους την ελληνική... πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία, ασκούν πιέσεις, ώστε η όποια προσπάθεια μείωσης της ανεργίας να στηριχθεί πρωτίστως στη μισθωτή απασχόληση έστω και στη μερική.

Η ακολουθούμενη πολιτική όμως δεν βοηθάει και τα επόμενα 2-3 χρόνια δύσκολα θα ανατραπούν οι ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί στην αγορά εργασίας. Με τη συνεχή αύξηση των κρατήσεων για τους μισθωτούς –ήδη ενεργοποιήθηκε η νέα αύξηση ασφαλιστικών εισφορών για εργοδότες και εργαζομένους αλλά και η νέα παρακράτηση λόγω φόρου και εισφοράς αλληλεγγύης– η δημιουργία μιας καινούργιας θέσης μισθωτής απασχόλησης έχει καταστεί πανάκριβη υπόθεση για τον εργοδότη με το σύνολο των κρατήσεων να ξεπερνά το 40% ακόμη και για τους χαμηλόμισθους.

Ετσι, οι στατιστικές δείχνουν ότι η όποια τόνωση της απασχόλησης προέρχεται κυρίως από τις θέσεις μερικής απασχόλησης. Στον χώρο των αυτοαπασχολουμένων, η απόφαση να συνδεθούν οι ασφαλιστικές εισφορές με το δηλωθέν εισόδημα αλλά και να φορολογηθούν τα εισοδήματα των επαγγελματιών με βάση την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων (χωρίς το αφορολόγητο) αποτέλεσε ουσιαστικό αντικίνητρο για την αυτοαπασχόληση.

Στην πράξη βέβαια, οι νέες επιβαρύνσεις δεν αφορούν τη συντριπτική πλειονότητα των επαγγελματιών που δηλώνουν πολύ χαμηλά εισοδήματα κάτω των 10.000 ευρώ. Το αντίθετο: οι 9 στους 10 θα ωφεληθούν τόσο από το νέο φορολογικό όσο και από το νέο ασφαλιστικό. Τα πρόσθετα βάρη, θα πέσουν για μια ακόμη φορά στους μισθωτούς αλλά και στη μικρή μερίδα των αυτοαπασχολουμένων που δηλώνουν τα υψηλότερα εισοδήματα. Στο τέλος του μνημονίου, οι εκκαθαρίσεις των φορολογικών δηλώσεων, θα δείξουν ότι τα «συνήθη υποζύγια» –μισθωτοί και συνταξιούχοι– θα έχουν κληθεί να σηκώσουν ακόμη περισσότερα δημοσιονομικά βάρη.

Τα στοιχεία της Eurostat –επικαιροποιημένα μέχρι και το τέλος του 2015– κατατάσσουν την Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ευρώπης όσον αφορά την αναλογία των μισθωτών προς τον συνολικό αριθμό των απασχολουμένων. Η μισθωτή εργασία στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει το 65,89% της συνολικής απασχόλησης, ποσοστό το οποίο παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Από το 65,93% που ήταν η αναλογία το 2008, το ποσοστό έπεσε στο 63,65% το 2013 για να αυξηθεί και πάλι όμως τα τελευταία δύο χρόνια στα επίπεδα που ήταν και το 2008. Τόσο χαμηλό ποσοστό δεν υπάρχει πουθενά στην Ευρώπη.

Στη δεύτερη θέση κατατάσσεται η Τουρκία με ποσοστό 68,67% το οποίο μάλιστα έχει αυξηθεί πάνω από έξι ποσοστιαίες μονάδες στο διάστημα 2008-2015. Στη Ρουμανία και στη FYROM που είναι οι επόμενες χώρες στην κατάταξη, τα ποσοστά έχουν ξεπεράσει το 73-74%, επίσης με ανοδικές τάσεις. Το γιατί η Ελλάδα ακολουθεί αντίστροφη τάση, θα πρέπει να αναζητηθεί κυρίως στο κομμάτι της φοροδιαφυγής, αλλά και της κρίσης...

Ένας στους τρεις εργαζομένους είναι ελεύθερος επαγγελματίας

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση των 28 χωρών, η αναλογία των μισθωτών προς τον συνολικό αριθμό των απασχολουμένων, ανέρχεται στο 84,74%, ενώ στην Ευρωζώνη των «19», το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς έχει ξεπεράσει το 85%. Η απόσταση της Ελλάδας από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους ήταν και παραμένει μεγάλη. Στη λίστα, πρωταγωνιστούν Γερμανία, Λουξεμβούργο, Εσθονία, Σουηδία, Δανία και Νορβηγία με αναλογία που έχει ξεπεράσει πλέον το 90%.

Την ίδια ώρα, οι μισθωτοί στην Ελλάδα –δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι– ανέρχονται σε 2,338 εκατομμύρια σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Οι απασχολούμενοι μόνο στον στενό δημόσιο τομέα και στα συνδεδεμένα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου παραμένουν κοντά στα 680.000 άτομα παρά τη μείωση λόγω συνταξιοδοτήσεων των τελευταίων ετών. Ετσι, οι δημόσιοι υπάλληλοι «κέρδισαν» μερίδιο στη συνολική απασχόληση, καθώς πλέον ο ένας στους πέντε απασχολουμένους της χώρας εργάζεται είτε στον στενό δημόσιο τομέα είτε στα ΝΠΙΔ. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την τελευταία θέση όσον αφορά τον αριθμό των μισθωτών στην Ευρώπη, εξαιτίας του ιδιωτικού τομέα.

Από το 2008 έως το 2015, ο αριθμός των μισθωτών, κυρίως λόγω των αθρόων απολύσεων, συρρικνώθηκε κατά 645.000 άτομα. Το 2008, πριν ξεσπάσει η κρίση, οι μισθωτοί στην Ελλάδα ήταν 2,982 εκατομμύρια άτομα, με το «χαμηλό» των τελευταίων δεκαετιών να καταγράφεται το 2013 με μόλις 2,2 εκατομμύρια μισθωτούς.

Οι αυτοαπασχολούμενοι στην Ελλάδα είναι 1,06 εκατομμύρια, με τον αριθμό τους να έχει μειωθεί κατά 225.000 άτομα συγκριτικά με το 2008. Παρά τη μείωση, όμως, η αναλογία ως προς τον συνολικό αριθμό των απασχολουμένων είναι μακράν η μεγαλύτερη στην Ευρώπη. Ο ένας στους τρεις στην Ελλάδα είναι αυτοαπασχολούμενος, όταν η δεύτερη χώρα στη σχετική κατάταξη είναι η Ιταλία με ποσοστό 22,1%. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης διαμορφώνεται στο 14,47%, ενώ της Ευρωζώνης είναι ακόμη χαμηλότερο. Γερμανία, Εσθονία, Λουξεμβούργο, Σουηδία, Δανία και Νορβηγία έχουν αναλογικά τον μικρότερο αριθμό αυτοαπασχολουμένων, με τη Νορβηγία να έχει κρατήσει το σχετικό ποσοστό κάτω από το 7%.

Θα περίμενε κανείς ότι με τη φορολογική επίθεση που δέχθηκαν οι αυτοαπασχολούμενοι στην Ελλάδα –το 2013 καταργήθηκε το αφορολόγητο και οι επιτηδευματίες βρέθηκαν να φορολογούνται από το πρώτο ευρώ– η μείωση στον αριθμό τους θα ήταν πολύ μεγαλύτερη. Αυτό δεν συνέβη.

Πρώτον, διότι η αυτοαπασχόληση αποτέλεσε διέξοδο για χιλιάδες μισθωτούς που έχασαν τη δουλειά τους (σ.σ. χιλιάδες αποζημιώσεις απόλυσης ή εφάπαξ έγιναν μαγαζιά με στόχο να εξασφαλιστεί ένα εισόδημα είτε για τον απολυμένο ή τον συνταξιούχο είτε για τα άνεργα μέλη της οικογένειάς του).

Και δεύτερον, διότι μέσω της φοροδιαφυγής, η συντριπτική πλειονότητα των επαγγελματιών εξακολουθεί να αποφεύγει τις υπερβολικές φορολογικές επιβαρύνσεις.

Κάπως έτσι δικαιολογείται η ελληνική εξαίρεση, που προκαλεί εντύπωση και –ακόμα– ερωτήματα στους δανειστές, οι οποίοι πιέζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, κυρίως ως προς τον ιδιωτικό τομέα. Τα αποτελέσματα, όμως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος είναι από πενιχρά έως ανύπαρκτα. Το χάσμα μεγαλώνει όσο διογκώνεται και η κρίση στη χώρα.

πηγή: Καθημερινή

Αξιολόγηση