Δημιουργώντας θέσεις εργασίας: Η μεγαλύτερη πρόκληση μετά την κρίση

Δημιουργώντας θέσεις εργασίας: Η μεγαλύτερη πρόκληση μετά την κρίση
«Δημιουργώντας θέσεις εργασίας: Η μεγαλύτερη πρόκληση της Ευρώπης μετά την κρίση» ήταν το θέμα ανοιχτής συζήτησης που

διοργάνωσαν σήμερα το Παρατηρητήριο για την Κρίση του ΕΛΙΑΜΕΠ και η αντιπροσωπεία στην Ελλάδα του Ιδρύματος Friedrich Ebert.

Ομιλητές της εκδήλωσής ήταν ο καθηγητής Peter Bofinger, μέλος του Γερμανικού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων και κάτοχος της Έδρας Νομισματικής Πολιτικής και Διεθνών Οικονομικών του Πανεπιστήμιου του Würzburg, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), ο Σάββας Ρομπόλης, ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ και ο Δημήτρης Τσίγκος, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Νέων Επιχειρηματιών (YES) και της Ελληνικής Ένωσης Νεοφυών Επιχειρήσεων. Τη συζήτηση συντόνισε ο καθηγητής Λουκάς Τσούκαλης, πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Ο καθηγητής Peter Bofinger σχολίασε πως το πρόβλημα της Ευρωζώνης είναι η υπερβολική δημοσιονομική προσαρμογή που εφαρμόστηκε, ιδίως κατά τα έτη 2010-2012. Η ύφεση δεν είναι δυνατό να υποχωρήσει παρά μόνο ύστερα από τη χαλάρωση των δημοσιονομικών περιορισμών υποστήριξε και σημείωσε: «Ωστόσο, παρ΄ όλες τις προβλέψεις για επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2014 και το 2015, τα ποσοστά ανεργίας θα εξακολουθήσουν να κυμαίνονται σε πολύ υψηλά επίπεδα, ενώ το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα αυξηθεί περαιτέρω στα προβληματικά κράτη». Ως εκ τούτου, διαπίστωσε πως η Ευρωζώνη έχει ανάγκη από μία ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική (Πρόγραμμα Αποκατάστασης του ευρώ). Το μοντέλο που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα, επισήμανε, αποτελούσε έναν συνδυασμό προγραμμάτων διάσωσης και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Το νέο μοντέλο, πρότεινε, θα πρέπει και πάλι να βασίζεται στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, με τη διαφορά όμως ότι αντί για προγράμματα διάσωσης, θα απαιτούνται προγράμματα ανάκαμψης. Η έμφαση, εκτίμησε, θα πρέπει να δοθεί στις επενδύσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα μακροπρόθεσμα, σε πεδία όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη, η οικολογία, η ενέργεια και η επιχειρηματικότητα. Τα κράτη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν τα προγράμματα ανάκαμψης μέσα από επιπρόσθετα ελλείμματα, ανέφερε και τόνισε: «Προς αυτόν τον σκοπό, θα πρέπει να παρουσιάζουν μία αναπτυξιακή στρατηγική σε βάθος τετραετίας, η οποία θα περιλαμβάνει τα κύρια σημεία αναφοράς για τις μελλοντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και τις κύριες προτεραιότητες για τις επενδύσεις στους τομείς εκείνους που πληρούν τις προϋποθέσεις για ένταξη στο πρόγραμμα ανάκαμψης. Οι εθνικές αυτές αναπτυξιακές στρατηγικές θα πρέπει να εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σε περίπτωση που τα κράτη δεν έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματά τους, θα πρέπει να καταστεί δυνατή η χρηματοδότησή τους από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας».

Ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος ανέφερε πως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει το πόσο σημαντική μπορεί να είναι η συνεισφορά της βιομηχανίας στην ανάπτυξη και στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Στη βιομηχανία, όπως είπε, οφείλονται το 57% των εξαγωγών, το 65% της έρευνας και το 50% της καινοτομίας, σύμφωνα με τη Business Europe. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει βάλει στόχο την αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ από 15% το 2013, σε 20% μέχρι το 2020, στη βάση μιας μακροπρόθεσμης βιομηχανικής πολιτικής, επισήμανε και πρόσθεσε: «Αντίστοιχα, τα στοιχεία για την Ελλάδα δείχνουν ότι η βιομηχανία έχει δυσανάλογα υψηλή συμμετοχή στο ανταγωνιστικό, φοροδοτικό και εξωστρεφές κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Δημιουργεί θέσεις εργασίας με υψηλή παραγωγικότητα, μεγάλη προστιθέμενη αξία και πολλαπλασιαστικά οφέλη για την εγχώρια οικονομία». Σε αυτό το πλαίσιο, ο ομιλητής σχολίασε πως υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη στη χώρα μας για μία σύγχρονη βιομηχανική πολιτική, γεγονός που αναγνωρίστηκε, όπως σημείωσε, από την κυβέρνηση με τη δημιουργία «Διυπουργικής Επιτροπής για τη Βιομηχανική Πολιτική». Και συνέχισε λέγοντας πως η αποτελεσματικότητα της βιομηχανικής πολιτικής θα κριθεί τόσο από την επιτυχία των ευρύτερων και πολυσυζητημένων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα μας, όσο και από την αποτελεσματικότητα πιο στοχευμένων παρεμβάσεων σε θέματα όπως το κόστος ενέργειας, η ανάπτυξη παραγωγικών αλυσίδων αξίας, το κόστος χρηματοδότησης, η στήριξη της καινοτομίας και της έρευνας, η ενίσχυση της εξωστρέφειας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κ.λπ. Τέλος, τόνισε πως σε κάθε περίπτωση είναι σημαντική και η ποιοτική αλλαγή που έχει ήδη αρχίσει να συντελείται σε κοινωνικό επίπεδο: η συνειδητοποίηση ότι η βιομηχανία και η επιχειρηματικότητα αποτελούν μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος, ξεπερνώντας την περιρρέουσα αρνητικότητα που χαρακτήρισε τις τελευταίες δεκαετίες.

Ο καθηγητής Σάββας Ρομπόλης εξήγησε πως η αξιολόγηση των πολιτικών απασχόλησης μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ευρωπαϊκή και η ελληνική οικονομία δεν θα επιστρέψουν σε διαρκή ανάπτυξη και σε δημιουργία νέων θέσεων εργασίας εάν πρώτα δεν διευθετηθούν ζητήματα σχετικά με τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας και τη διαμόρφωση των μισθών, ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει, συνέχισε, θεσμική περιθωριοποίηση της ευελιξίας της εργασίας και των μισθών (πολιτικές προσφοράς). Ειδικότερα στην Ελλάδα, τόνισε, απαιτείται για την ενδυνάμωση των ρυθμών ανάπτυξης η αναδιάρθρωση του χρέους και η ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας για την: α) άμεση σύζευξη της επενδυτικής προτεραιότητας με τις αναπτυξιακές, περιβαλλοντολογικές, κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, και β) τη βραχυ-μεσοπρόθεσμη αύξηση της απασχόλησης, με τη δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών με τη μεταμόρφωση και ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης (clusters), στην οποία κυριαρχούν οι υπηρεσίες και ο τουρισμός. Όμως, όπως είπε, η μετάβαση σ΄ ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, στο πλαίσιο μίας μεγάλης αναπτυξιακής πρωτοβουλίας της ευρωζώνης και της Ε.Ε., προϋποθέτει την ανασύσταση του κοινωνικού κράτους, το οποίο μεταξύ των άλλων, θα υποστηρίζει ουσιαστικά και αποτελεσματικά την ποιοτική αναβάθμιση του εργατικού δυναμικού και ειδικότερα των ανέργων για την επανένταξή τους στις νέες τεχνολογικές και καινοτομικές προϋποθέσεις της παραγωγής.

Ο Δημήτρης Τσίγκος παρατήρησε πως η ανεργία των νέων είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα κράτη - μέλη της Ε.Ε. και εκτίμησε πως ακόμα και τα κράτη που σήμερα δεν το αντιμετωπίζουν, είναι πολύ πιθανό σύντομα να το κάνουν. Το γεγονός αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη του, «κυρίως στη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος που προωθεί μόνο την αριστεία και όχι τη συνεργασία και την αποτυχία ως διαδικασίες μάθησης». Οφείλεται, επίσης, όπως εξηγεί, και στην εμμονή για την εργασιακή «εξασφάλιση» που υπάρχει σε όλη την Ευρώπη, ακόμα και στις ισχυρές οικονομίες. Όπως παρατήρησε ο ομιλητής, χρειάζεται μια στρατηγική σε πολλά επίπεδα. Βασικός στόχος, πρόσθεσε, είναι να αναπτυχθεί μια νέα σχέση με την εργασία που θα έχει στο επίκεντρό της τη δημιουργικότητα. «Η Ευρώπη μπορεί να αναπτύξει ένα δικό της, αυθεντικό μοντέλο ανάπτυξης της νεοφυούς επιχειρηματικότητας που θα οδηγήσει σε μαζική δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Το Ευρωπαϊκό αυτό μοντέλο ανάπτυξης θα πρέπει να βασίζεται στις έννοιες του συμβολικού κεφαλαίου και της βιωσιμότητας» υπογράμμισε.

Τέλος, ο καθηγητής Λουκάς Τσούκαλης, ο οποίος συντόνισε τη συζήτηση, έκλεισε λέγοντας ότι δεν φτάσαμε ακόμα στο τέλος της ευρωπαϊκής κρίσης, και διατύπωσε την άποψη ότι χρειάζονται αλλαγές στην ευρωπαϊκή στρατηγική, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των διαρθρωτικών προγραμμάτων στις χώρες-μέλη, καθώς και ότι πρέπει να γίνει κάθε προσπάθεια να πειστεί η Γερμάνια ότι με τα σημερινά δεδομένα ο κίνδυνος σοβαρού ατυχήματος στην ευρωζώνη παραμένει αρκετά υψηλός. Η Γερμανία θα ήταν η χώρα που θα έχανε πολλά, ίσως τα περισσότερα, από μία ενδεχόμενη διάλυση της ευρωζώνης, σημείωσε.