1.342.299 οι άνεργοι, το 71,4% ψάχνει πάνω από χρόνο για δουλειά

1.342.299 οι άνεργοι, το 71,4% ψάχνει πάνω από χρόνο για δουλειά
Στο 27,8% διαμορφώθηκε το ποσοστό ανεργίας το α΄ τρίμηνο του 2014, αμετάβλητο από το προηγούμενο τρίμηνο, όπως ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή. Το αντίστοιχο τρίμηνο του 2013 η ανεργία ήταν στο 27,6%.

Ο αριθμός των απασχολούμενων ανήλθε σε 3.483.716 άτομα και των ανέργων σε 1.342.299 κατά το α΄ τρίμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Η απασχόληση αυξήθηκε κατά 0,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μειώθηκε 0,6% σε σχέση με το α΄ τρίμηνο του 2013. Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 0,4% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 0,5% σε σχέση με το α΄ τρίμηνο του 2013.

Όπως ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (31,4%) είναι σημαντικά υψηλότερο από των ανδρών (25,0%).

Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στους νέους ηλικίας 15-24 ετών (56,7%), το οποίο στις νέες γυναίκες φθάνει στο 61,5%.

Η κατανομή της ανεργίας, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο εκπαίδευσης, έχει ως εξής: το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους έχουν πάει μερικές τάξεις δημοτικού (45,0%) ενώ ακολουθούν τα άτομα που δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (38,4%). Τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε όσους έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό (15,3%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (18,7%).

Από το σύνολο των ανέργων που αναζητούν μισθωτή απασχόληση, το 25,6% αναζητά αποκλειστικά πλήρη απασχόληση, ενώ το 68,8% αναζητά πλήρη αλλά στην ανάγκη είναι διατεθειμένο να εργαστεί και με μερική απασχόληση. Τέλος, το 5,6% αναζητά μερική απασχόληση ή δεν ενδιαφέρεται αν θα βρει μερική ή πλήρη απασχόληση.

Ένα ποσοστό ανέργων (4,0%) απέρριψε, κατά τη διάρκεια του Α’ τριμήνου του 2014, κάποια πρόταση ανάληψης εργασίας για διάφορους λόγους, κυρίως επειδή:
α) δεν εξυπηρετούσε ο τόπος εργασίας (27,7%),
β) δεν ήταν ικανοποιητικές οι αποδοχές (25,6%).
γ) δεν εξυπηρετούσε το ωράριο (23,4%),

Το ποσοστό των «νέων ανέργων», δηλαδή των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί ποτέ στο παρελθόν, ανέρχεται στο 23,0% του συνόλου των ανέργων ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι (αυτοί που αναζητούν από 12 μήνες και άνω εργασία, ανεξάρτητα αν είναι «νέοι» ή «παλαιοί» άνεργοι), αποτελούν αντίστοιχα το 71,4%.

Το ποσοστό ανεργίας των ατόμων με ξένη υπηκοότητα, είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων υπηκόων (36,5% έναντι 27,0%). Επίσης, το 73,0% των ξένων υπηκόων είναι οικονομικά ενεργό, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων το οποίο είναι 50,6%.

Σε επίπεδο Περιφέρειας το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στο Νότιο Αιγαίο με 30,3% και στην Κεντρική Μακεδονία με 29,9%. Στον αντίποδα, το μικρότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στο Βόρειο Αιγαίο με 24,4% και στη Πελοπόννησο με 23,4%.

Χαρακτηριστικά της απασχόλησης

Κατά το Α΄ Τρίμηνο του 2014, βρήκαν απασχόληση 157.297 άτομα, τα οποία ήταν άνεργα πριν από ένα έτος.

Παράλληλα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, 35.808 άτομα μετακινήθηκαν από τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό σε θέσεις απασχόλησης. Αντίθετα, 145.255 άτομα, τα οποία ένα χρόνο πριν ήταν απασχολούμενα, σήμερα είναι άνεργα και άλλα 71.955 άτομα που ήταν απασχολούμενα, είναι πλέον οικονομικά μη ενεργά.

Επιπλέον, 118.102 άτομα, που πριν ένα έτος ανήκαν στον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό, εισήλθαν στην αγορά εργασίας αναζητώντας απασχόληση, αλλά είναι άνεργα.

Εξετάζοντας την εξέλιξη του αριθμού των απασχολουμένων, ανά τομέα της οικονομίας, παρατηρούμε ότι στον πρωτογενή τομέα παρατηρείται αύξηση 0,9% στον αριθμό των απασχολούμενων σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο. Στον δευτερογενή παρατηρείται μείωση 5,6% στον αριθμό των απασχολούμενων και στον τριτογενή αύξηση 0,3%.

Το ποσοστό της μερικής απασχόλησης ανέρχεται στο 9,2% του συνόλου των απασχολουμένων.

Από το υποσύνολο αυτό των εργαζομένων το 62,7% έκανε αυτή την επιλογή διότι δεν μπόρεσε να βρει πλήρη απασχόληση, το 7,0% για άλλους προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους, το 4,4 γιατί εκπαιδεύεται, το 3,2% διότι φροντίζει μικρά παιδιά ή εξαρτώμενους ενήλικες και το 22,8% για διάφορους άλλους λόγους.

Το ποσοστό των μισθωτών, το οποίο εκτιμάται σε 63,3%, εξακολουθεί να είναι χαμηλότερο του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία ανέρχεται στο 80% του συνόλου των απασχολουμένων.

Αξιολόγηση