Αυτός θα είναι ο «τζίρος» του Ελληνικού – Η επένδυση με αριθμούς

Αυτός θα είναι ο «τζίρος» του Ελληνικού – Η επένδυση με αριθμούς
 Σε 1,4 δισ. ευρώ, κατά μέσο όρο ετησίως, εκτιμώνται τα έσοδα λειτουργίας (κύκλος εργασιών των αναπτύξεων) εφόσον προχωρήσει η επένδυση στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Το μεγαλύτερο τμήμα των εσόδων θα προέρχεται από τη δραστηριότητα των εμπορικών κέντρων και των γραφείων (76%), ενώ σημαντικό μερίδιο από τις δραστηριότητες αναψυχής (12%), καθώς και από τη λειτουργία των ξενοδοχειακών μονάδων (7%). Συνολικά, η επένδυση στο Ελληνικό αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντικά υψηλότερο ΑΕΠ σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο. Στο τέλος της περιόδου (το έτος 2041) το ΑΕΠ αναμένεται να είναι κατά 7,4 δισ. ευρώ (+2,4%) υψηλότερο από αυτό που θα είναι αν δεν πραγματοποιηθεί η επένδυση. Η επίδραση της ανάπλασης σε όρους απασχόλησης αναμένεται να ξεπεράσει στο τέλος της περιόδου τις 90 χιλ. θέσεις εργασίας στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Τα παραπάνω συνιστούν βασικά συμπεράσματα της νέας μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), υπό τον τίτλο «Οικονομικές επιδράσεις από την ανάπτυξη της περιοχής του Ελληνικού». Στη μελέτη εξετάζονται ειδικότερα οι οικονομικές επιδράσεις από την ανάπλαση του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού και του παράκτιου μετώπου του Αγίου Κοσμά, κατά τη διάρκεια του επενδυτικού προγράμματος (2016-2041) με βάση τους όρους που προβλέπει η μεταβίβαση των μετοχών της «Ελληνικό Α.Ε.» στη «Hellinikon Global I S.A.». Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η αξιοποίηση του πρώην αεροδρομίου θα έχει πολλαπλές θετικές επιδράσεις στην εγχώρια οικονομία και κοινωνία, που συνοψίζονται στην ενίσχυση των αναπτυξιακών ρυθμών ανόδου της ελληνικής οικονομίας, στη δημοσιονομική σταθεροποίηση και μείωση του δημόσιου χρέους, στην αναβάθμιση της χώρας ως ελκυστικού και ασφαλούς προορισμού αμέσων ξένων επενδύσεων καθώς και γενικότερη πολιτιστική, τουριστική και περιβαλλοντική αναβάθμιση της περιοχής της Αττικής. Το συνολικό επενδυτικό κόστος της ανάπλασης υπολογίζεται σε 7,2 δισ., ενώ όταν το κατασκευαστικό πρόγραμμα είναι σε πλήρη ανάπτυξη, η ετήσια επενδυτική δαπάνη θα ανέρχεται σε 752 εκατ. ευρώ. Αναλυτικότερα: Μικροοικονομικές επιδράσεις Άμεσα οφέλη θα προκύψουν από τα δημοσιονομικά έσοδα του έργου, τα οποία δεν περιορίζονται στο τίμημα για τη μεταβίβαση των μετοχών, αλλά επεκτείνονται και σε πόρους από άμεση και έμμεση φορολόγηση της οικονομικής δραστηριότητας και του πλούτου που αναμένεται να δημιουργηθεί. Τα φορολογικά έσοδα από την κατασκευαστική δραστηριότητα και τη λειτουργία των επιμέρους επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αναμένεται να πλησιάσουν τα 14,1 δισ. ευρώ συνολικά στην 25ετία (κατά μέσο όρο 563 εκατ. ετησίως). Ως μεγαλύτερη πηγή εσόδων για το Δημόσιο προσδιορίζεται ο ΦΠΑ με μερίδιο 57% στο σύνολο των αναμενόμενων φορολογικών εισροών. Έπονται οι ασφαλιστικές εισφορές (16%), ο φόρος μεταβίβασης (14%) και η εταιρική φορολογία (11%). Τα έσοδα από προσωπική φορολόγηση και ΕΝΦΙΑ εκτιμάται ότι θα συνεισφέρουν το 1% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Το κατά πόσο τα παραπάνω μικροοικονομικά οφέλη από τη λειτουργία των εγκαταστάσεων θα συνεισφέρουν στην οικονομία στο σύνολό τους ή εν μέρει θα υποκαταστήσουν ήδη υφιστάμενη δραστηριότητα θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα των υποδομών να προσελκύσουν επισκέπτες, οι οποίοι εναλλακτικά θα κατευθύνονταν σε προορισμούς εκτός της χώρας. Η ικανότητα δημιουργίας νέας ζήτησης δεν είναι εφικτό να προσδιοριστεί εκ των προτέρων, ωστόσο η ανάπτυξη εγκαταστάσεων, όπως σύγχρονο συνεδριακό κέντρο, υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, καζίνο και μαρίνα, έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει μέρους του ανεκμετάλλευτου δυναμικού της χώρας και της Αθήνας συγκεκριμένα, στην ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού (όπως συνεδριακό, ιατρικό και city break) και με αυτόν τον τρόπο να δημιουργήσει τη νέα ζήτηση που απαιτείται για να θεωρηθούν οι παραπάνω μικροοικονομικές επιδράσεις ως καθαρό όφελος για την εθνική οικονομία στο σύνολό τους. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η επενδυτική δραστηριότητα και οι συνέργειες που θα προκύψουν από την αξιοποίηση της περιοχής του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού οδηγούν σε ενίσχυση των υποδομών, της οικοδομικής δραστηριότητας και των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας, σε τόνωση των εισοδημάτων με ενδογενή αλλά και αυτόνομη, μόνιμη άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης, και τέλος σε θετική επίδραση στο ισοζύγιο πληρωμών από την ανάλογη εισροή ιδιωτικών κεφαλαίων. Οι παράγοντες ζήτησης που συνδέονται με την κατασκευή και λειτουργία του έργου (εκτέλεση του επενδυτικού προγράμματος, δημιουργία εισοδημάτων από τη λειτουργία του έργου, ενίσχυση των τουριστικών εισπράξεων από το εξωτερικό) αναμένεται να επιφέρουν υψηλότερο ΑΕΠ σε όλη τη διάρκεια της κατασκευής του έργου. Στο τέλος της υπό εξέταση περιόδου (2016-2041), οι παράγοντες ζήτησης εκτιμάται ότι οδηγούν το ΑΕΠ της χώρας σε επίπεδο που θα είναι κατά 5,4 δισ. ευρώ ή 1,7% υψηλότερο, σε σύγκριση με το επίπεδο που θα έχει το ΑΕΠ εάν δεν πραγματοποιηθεί το έργο. Σημειώνεται η ιδιαίτερα αισθητή συμβολή του έργου στη δημοσιονομική σταθεροποίηση, με την ενίσχυση των πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά και στη μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, τόσο λόγω των πλεονασμάτων που δημιουργεί η αυξημένη δραστηριότητα αλλά και λόγω της ανόδου του ονομαστικού ΑΕΠ. Επιπλέον, οι παράγοντες προσφοράς που εκφράζονται από την άνοδο της παραγωγικότητας και της δυνητικής παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας αναμένεται να ενισχύσουν το ΑΕΠ κατά 2 δισ. ευρώ (+0,6%) το 2041

Τα ακίνητα

Με βάση την κατηγοριοποίηση της συνολικής επενδυτικής δαπάνης ανά χρήση φαίνεται ότι το μεγαλύτερο ποσό επενδύεται στην ανέγερση κατοικιών (41,5%). Σε ό,τι αφορά την εμπορική δραστηριότητα, σταδιακά προβλέπεται να δημιουργηθούν δύο εμπορικά κέντρα στη Μαρίνα και στη Λ. Βουλιαγμένης, σε στρατηγικά επιλεγμένες θέσεις, πλησίον σταθμών μέσων συγκοινωνίας σταθερής τροχιάς, αλλά και υπεραγορές και εμπορικά καταστήματα συνολικής δόμησης περίπου 300.000 τ.μ. Εκτός από την εμπορική δραστηριότητα, στην περιοχή θα κατασκευαστούν και γραφεία συνολικής δόμησης 280 χιλ. τ.μ. που αναμένεται να φιλοξενήσουν διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Στην παρούσα μελέτη εκτιμάται η οικονομική δραστηριότητα από τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τη μίσθωση των γραφείων. Ακόμη, το σχέδιο αξιοποίησης περιλαμβάνει την κατασκευή 7 ξενοδοχειακών μονάδων οι οποίες θα λειτουργούν σε δωδεκάμηνη βάση και θα ανήκουν στις υψηλές κατηγορίες (δηλ. 4 και 5 αστέρων). Από αυτές της μονάδες, 4 έχουν δυναμικότητα κοντά στον μέσο όρο για ξενοδοχεία 4 αστέρων στον νομό Αττικής (199 δωμάτια), καθώς η δυναμικότητά τους κυμαίνεται από 180 έως 260 δωμάτια. Δύο ξενοδοχεία θα έχουν δυναμικότητα 600 δωματίων, τριπλάσια σχεδόν της δυναμικότητας των ξενοδοχείων της Αττικής στην κατηγορία των 4 αστέρων. Τέλος, προβλέπεται και η δημιουργία ενός μεγάλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος 1.000 δωματίων με εγκαταστάσεις για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων (καζίνο). Ενώ η δυναμικότητα του συγκεκριμένου συγκροτήματος είναι σχεδόν διπλάσια σε σύγκριση με τα μεγαλύτερα υφιστάμενα ξενοδοχεία στην Αττική (όπως Athenaeum InterContinental και Hilton), υπολείπεται σε σύγκριση με άλλες μονάδες διεθνώς που επίσης φιλοξενούν δραστηριότητες καζίνων (όπως MGM Grand στο Las Vegas με 6.852 δωμάτια).

Πηγή: Ναυτεμπορική

Αξιολόγηση