«Τονωτική ένεση» η ναυτιλία για την ελληνική βιομηχανία

«Τονωτική ένεση» η ναυτιλία για την ελληνική βιομηχανία
Η ναυτιλία και κατ΄επέκταση οι Έλληνες πλοιοκτήτες μπορούν να τονώσουν την ελληνική βιομηχανία, σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, που παρουσιάστηκε από την επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Ανάπτυξης Επιχειρηματικότητας της Εθνικής, Τζέσσυ Βουμβάκη, η Ελλάδα, αν και μικρή χώρα που καλύπτει μόλις το 0,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ, έχει καταφέρει να ξεχωρίσει ως παγκόσμιος ηγέτης στον ανταγωνιστικό κλάδο της εμπορικής ναυτιλίας, ελέγχοντας το 16% του παγκόσμιου εμπορικού στόλου.

Πέρα από την ευρέως αναγνωρισμένη συνεισφορά των καθαρών εισροών ναυτιλιακού συναλλάγματος στην ελληνική οικονομία (8 δισ. ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο την προηγούμενη δεκαετία, αντιστοιχώντας στο 4% του ΑΕΠ), η νέα κλαδική μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ διερευνά ένα εναλλακτικό κανάλι, μέσω του οποίου η παγκόσμια δύναμη των Ελλήνων πλοιοκτητών μπορεί να στηρίξει την ελληνική οικονομία. Ο δίαυλος αυτός είναι η ελληνική βιομηχανία του ναυτιλιακού εξοπλισμού, της οποίας ενδεχόμενη είσοδος σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, μπορεί να αποφέρει ευρύτερα οφέλη στην ελληνική βιομηχανία.

Ενώ η ναυπηγική δραστηριότητα είναι κυρίως συγκεντρωμένη σε ασιατικές χώρες (με τα ναυπηγεία της Κίνας, της Ν. Κορέας και της Ιαπωνίας να καλύπτουν το 92% του όγκου των ναυπηγήσεων το 2015), η αγορά ναυτιλιακού εξοπλισμού είναι διεθνώς διεσπαρμένη και οργανωμένη σε ευρεία δίκτυα αλυσίδων αξίας. Υπό την ώθηση της ανόδου των ναυπηγήσεων κατά την προηγούμενη δεκαετία, η παγκόσμια αγορά ναυτιλιακού εξοπλισμού προσέγγισε τα 120 δις ευρώ το 2015 (μετά από διπλασιασμό σε σχέση με τα επίπεδα του 2000). Παράλληλα, οι ροές διεθνούς εμπορίου στην εν λόγω αγορά αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα οι εξαγωγές να καλύπτουν το 37% της παγκόσμιας αγοράς το 2015 (από 25% το 2000). Σημειώνουμε ότι άνω του ½ των εξαγωγικών ροών προέρχεται από ευρωπαϊκές χώρες (αντιστοιχώντας σε περίπου Euro25 δις το 2015).

Βάσει εκτιμήσεών της Εθνικής, οι Έλληνες πλοιοκτήτες «ελέγχουν» περίπου το 1/10 αυτής της αγοράς, δημιουργώντας ετήσια ζήτηση προϊόντων ναυτιλιακού εξοπλισμού της τάξης των 8 δισ. ευρώ ετησίως. Υπό αυτή την προοπτική, η ελληνική βιομηχανία ναυτιλιακού εξοπλισμού δείχνει να είναι σε προνομιακή θέση για να συμμετέχει στις διεθνείς ναυτιλιακές αλυσίδες αξίας, παρουσιάζοντας ανταγωνιστικά προϊόντα που θα της επιτρέψουν να αξιοποιήσει την υψηλή επιρροή των Ελλήνων πλοιοκτητών στον κλάδο. Αν και η Ελλάδα ξεκινά να αναπτύσσει προϊόντα υψηλής τεχνολογίας (όπως συστήματα διαχείρισης θαλάσσιου έρματος, τεχνολογικές λύσεις προστασίας επιφανειών και ναυτιλιακές εφαρμογές πληροφορικής για διαχείριση στόλου και πλοήγηση), η παρουσιαζόμενη ευκαιρία φαίνεται να παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτη, καθώς η ελληνική παραγωγή προϊόντων ναυτιλιακού εξοπλισμού βρίσκεται κοντά στα 150 εκατ. ευρώ (καλύπτοντας περίπου το 0,1% της παγκόσμιας παραγωγής).

Ενώ η ελληνική βιομηχανία ναυτιλιακού εξοπλισμού επιδεικνύει σημάδια δυναμισμού (καταγράφοντας μέση ετήσια αύξηση πωλήσεων της τάξης του 10% κατά την τελευταία 15ετία) και μια υγιή χρηματοοικονομική εικόνα (παραμένοντας κερδοφόρα καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης), αρκετές παράμετροι που προσδιορίζουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων του κλάδου παραμένουν σε επίπεδα χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Βάσει οικονομετρικού υποδείγματος της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ, οι αδύναμοι κρίκοι της Ελλάδας φαίνεται να είναι (i) η χαμηλή καινοτομική δραστηριότητα (με τις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη να καλύπτουν το 2,5% των πωλήσεων των ελληνικών εταιρειών έναντι 5% κ.μ.ο. στην ΕΕ), και (ii) η περιορισμένη ανάπτυξη συνεργατικών σχηματισμών στο ναυτιλιακό πλέγμα. Τα οφέλη από την ανάπτυξη συνεργατικών σχηματισμών επικεντρώνονται κυρίως στην ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας, στην ενίσχυση της διαδικασίας μεταφοράς τεχνολογίας και ανάπτυξης νέων προϊόντων, στη διευκόλυνση πρόσβασης σε κεφάλαια, στην αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης έναντι προμηθευτών και στην επίτευξη του κρίσιμου μεγέθους για την είσοδο σε μεγάλες αγορές του εξωτερικού.

Σε έναν ολιγοψωνιακό κλάδο υψηλής τεχνολογίας και έντονων διεθνών ανταγωνιστικών πιέσεων – όπως είναι η βιομηχανία ναυτιλιακού εξοπλισμού – η σημασία των παραπάνω οφελών μεγεθύνεται.

Βάσει των εκτιμήσεων του υποδείγματός της Εθνικής Τράπεζας, αν οι δύο αυτές κρίσιμες παράμετροι προσέγγιζαν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ελληνική παραγωγή προϊόντων ναυτιλιακού εξοπλισμού θα μπορούσε να φτάσει τα 700 ευρώ εκατ. το χρόνο, καλύπτοντας το 0,6% της παγκόσμιας αγοράς.

Για να υλοποιηθεί αυτή η δυναμική, η ανάλυση ξεχωρίζει δύο κρίσιμα προαπαιτούμενα:

– Ενδυνάμωση του ναυτιλιακού συνεργατικού πλέγματος (cluster), μέσω (i) ανάπτυξης συνεργατικών σχηματισμών μεταξύ των ελληνικών βιομηχανιών, (ii) δημιουργίας σταθερών θεσμικών διασυνδέσεων με τους Έλληνες πλοιοκτήτες καθώς και με σχετικά ερευνητικά κέντρα, και (iii) προώθησης συνεργασιών με αντίστοιχους ευρωπαϊκούς συνεργατικούς σχηματισμούς (π.χ. με το δυναμικό γερμανικό clusterτης VDMA).

– Διπλασιασμός των δαπανών έρευνας και ανάπτυξης και παράλληλα κατεύθυνσή τους σε ταχέως αναπτυσσόμενες νέες αγορές (όπως είναι το «smartshipping» για την αύξηση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας μέσω χρήσης της ψηφιακής τεχνολογίας).

Σε περίπτωση υλοποίησης των παραπάνω συνθηκών, πέρα από το άμεσο όφελος στη βιομηχανία ναυτιλιακού εξοπλισμού, το σημαντικότερο όφελος για την ελληνική οικονομία αναμένεται να προκύψει από την είσοδο της Ελλάδας στις διεθνείς αλυσίδες αξίας υψηλής τεχνολογίας, και τη διάχυση τεχνολογίας στην ευρύτερη ελληνική βιομηχανία. Το πρώτο κύμα της δευτερογενούς αυτής επίδρασης, εκτιμάται ότι θα ξεκλειδώσει δυνάμεις στους «συγγενείς» κλάδους με τη βιομηχανία ναυτιλιακού εξοπλισμού (όπως οι βιομηχανίες μετάλλων, μηχανημάτων και ηλεκτρικού εξοπλισμού). Το δευτερογενές αυτό όφελος, εκτιμάται ότι μπορεί να προσεγγίσει τα 1,4 δισ. ευρώ, καθώς οι «συγγενείς» προαναφερθέντες κλάδοι προσφέρουν γόνιμο έδαφος για τη διάχυση τεχνολογιών δεδομένου ότι είναι μεγάλοι κλάδοι (παράγοντας 10 δισ. ευρώ ετησίως και καλύπτοντας το 30% της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής), και κατατάσσονται μεταξύ των πιο ανταγωνιστικών της ελληνικής οικονομίας (με το 40% των εξαγωγών τους να κερδίζει μερίδια στις διεθνείς αγορές).

Αξιολόγηση