Το νέο deal γνωστής αλυσίδας σούπερμαρκετ

Το νέο deal γνωστής αλυσίδας σούπερμαρκετ
Σε συμφνία προχώρησε η εταιρεία Νιτσιάκος με την ΑΒ Βασιλόπουλος, προκειμένου την αποκλειστική διανομή του μαύρου κοτόπουλου από τη δεύτερη, στα καταστήματα της οποίας, θα είναι διαθέσιμοι, σε λίγες ημέρες, δύο νέοι κωδικοί του προϊόντος.

Το μαύρο κοτόπουλο είναι το πλέον καινοτόμο προϊόν πουλερικών, το οποίο έφερε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, λίγους μήνες πριν, η εταιρεία Νιτσιάκος. Το μαύρο κοτόπουλο προέρχεται από την Γαλλία, εκτρέφεται σε ελάχιστες χώρες παγκοσμίως και διατηρεί ποιοτικά χαρακτηριστικά που υπερτερούν διατροφικά, των συμβατικών πουλερικών.

Περιέχει αυξημένη πρωτεΐνη, λιγότερο νερό, λιγότερα λιπίδια, καλά επίπεδα σε ανόργανα άλατα, καθώς και υψηλή περιεκτικότητα σε κάλιο και φώσφορο, γεγονός που το καθιστά ιδανικό για την παιδική διατροφή. Η ανώτερη ποιότητα και γεύση του οφείλεται τόσο στη διάρκεια εκτροφής του, η οποία υπερβαίνει τις 90 ημέρες, όσο και στο ειδικά διαμορφωμένο σιτηρέσιο µε το οποίο τρέφεται, που είναι 100% φυτικής προέλευσης.

Το λανσάρισμα του μαύρου κοτόπουλου στην Ελλάδα, πραγματοποιήθηκε από την Νιτσιάκος, σε συνεργασία με την ΑΒ Βασιλόπουλος, που ανέλαβε κατ’αποκλειστικότητα τη διάθεσή του. Η νέα συμφωνία μεταξύ των δύο από τις πλέον αναπτυσσόμενες εταιρείες στην Ελλάδα, περιλαμβάνει τη δημιουργία δύο κωδικών φιλέτου μαύρου κοτόπουλου, που θα διανέμονται αποκλειστικά στα καταστήματα ΑΒ Βασιλόπουλος.

Η Μαριλένα Νιτσιάκου, εμπορική διευθύντρια της Νιτσιάκος ΑΒΕΕ, υπογράμμισε σχετικά με την συμφωνία: «Με την ΑΒ Βασιλόπουλος συνεργαστήκαμε εξ’αρχής για τη διανομή ενός προϊόντος που αλλάζει πραγματικά την αγορά των πουλερικών στην Ελλάδα. Μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος για τη διάθεση στους καταναλωτές προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας και ως εκ τούτου η συνεργασία μας έχει χτιστεί σε στέρεη βάση».

Η εταιρεία Νιτσιάκος, αποτελεί την μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία παραγωγής και διανομής κοτόπουλων στη χώρα και εντάσσεται στις πλέον αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις στην αγορά των τροφίμων. Σήμερα διαθέτει 4 μονάδες επεξεργασίας πρώτης ύλης, 4 μονάδες παραγωγής ζωοτροφών, 6 μονάδες πρωτογενούς παραγωγής και 2 εργοστάσια παραγωγής ξηράς τροφής και αλεύρων.

Αξιολόγηση