Το νέο big deal στη γαλακτοβιομηχανία - Τι σημαίνει η συμφωνία των 400 εκατ. ευρώ

Το νέο big deal στη γαλακτοβιομηχανία - Τι σημαίνει η συμφωνία των 400 εκατ. ευρώ
Μέσα στους επόμενους δύο μήνες θα έχει ολοκληρωθεί η τριγωνική συμφωνία ανάμεσα στους βασικούς μετόχους της ΜΕΒΓΑΛ (Πέτρος Παπαδάκης, Δημήτρης Συνεωνίδης), τις τέσσερις πιστώτριες τράπεζας της εταιρίας (Eurobank, Εθνική, Πειραιώς, Alpha) και το αμερικανοβρετανικό fund Sankaty που θα επενδύσει 15-20 εκατ. ευρώ χωρίς να αγοράσει μετοχές!

Στόχος αυτής της πολύπλοκης -και μοναδικής για τα ελληνικά δεδομένα- συμφωνίας, που σε πρώτη φάση θα έχει διάρκεια έως επτά έτη είναι η συνέχιση της αυτόνομης πορείας της ΜΕΒΓΑΛ στην αγορά, κάτι που εκτιμάται ότι μπορεί να αποδώσει πρόσθετες πωλήσεις 60 εκατ. ευρώ το χρόνο.

Πρόκειται δηλαδή για ένα deal με πραγματικό μέγεθος περί τα 400 εκατ. ευρώ σε βάθος επταετίας, ποσοστό 6% του συνόλου της ελληνικής αγοράς γάλακτος.

Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει την ανάκτηση του 60% - 70% των απωλειών της ΜΕΒΓΑΛ στην εσωτερική αγορά τα τελευταία χρόνια, όταν λόγω διοικητικών, οργανωτικών και χρηματοοικονομικών προβλημάτων οι πωλήσεις της έπεσαν στο μισό και συγκεκριμένα από τα 160 στα 80 – 90 εκατ. ευρώ. Τις απώλειες αυτές καρπώθηκαν κυρίως οι μικρότερες, τοπικές γαλακτοβιομηχανίες της Β. Ελλάδος.

Όπως αναφέρουν απόλυτα ασφαλείς πληροφορίες η συμφωνία –που για να ολοκληρωθεί απαιτεί περί τις 20 επί μέρους συμφωνίες- άρχισε ήδη επί της ουσίας να υλοποιείται. Κατ’ αρχήν οι τρεις από τις τέσσερις πιστώτριες τράπεζες την έχουν εγκρίνει και η τέταρτη θα αποφασίσει θετικά την επόμενη εβδομάδα.

Επίσης, το fund χρηματοδότησε ήδη την εταιρία με ένα εκατ. ευρώ, ώστε οι 800 περίπου εργαζόμενοι της ΜΕΒΓΑΛ να πληρωθούν έναν από τους επτά μισθούς που τους οφείλονται. Στην επόμενη φάση θα καθοριστούν οι λεπτομέρειες της σχέσης ανάμεσα στο fund που χρηματοδοτεί και θα ασκεί διοίκηση και τους μετόχους, καθώς θα τεθούν ποσοτικοί στόχοι, προτεραιότητες κ.λπ., ώστε το deal να εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των πλευρών.

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ. Οι συζητήσεις γι’ αυτή την καινοτόμο -ίσως όχι μόνο για την Ελλάδα- συμφωνία ξεκίνησαν την περασμένη Άνοιξη, όταν βρισκόταν σε εξέλιξη οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της εξαγοράς της ΜΕΒΓΑΛ από τη Δέλτα.

Εντάθηκαν, μάλιστα, από τότε που η Επιτροπή Ανταγωνισμού άναψε το «πράσινο» φως για την εξαγορά, που αν ολοκληρωνόταν θα αναδιέτασσε τις ισορροπίες στην εγχώρια αγορά γαλακτοκομικών.

Μια εξαγορά που οι τέσσερις πιστώτριες τράπεζες είχαν συμφωνήσει να «προικίσουν» με δάνειο, ώστε η εταιρία να συνεχίσει απρόσκοπτα την παραγωγική της λειτουργία.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίστηκε το fund Sankaty, ο αγγλικός βραχίονας της αμερικανικής Bain Capital, μαζί με τη βρετανική Bartons. Το ίδιο σχήμα στις αρχές Νοεμβρίου ανακοίνωσε ότι απέκτησε την Credit Agricole Leasing Hellas, που στην ουσία αποτελεί το «κακό» κομμάτι των χρηματοδοτήσεων που κράτησε η γαλλική τράπεζα, όταν πούλησε την Εμπορική Τράπεζα στην Alpha Bank.

Το fund, που όπως λέει η αγορά έχει γνώση της ελληνικής πραγματικότητας, πρότεινε να επενδύσει 15 - 20 εκατ. ευρώ στη ΜΕΒΓΑΛ ως κεφάλαιο κίνησης, απαλλάσσοντας τις τράπεζες από την υποχρέωση δανεισμού και άρα την μεγέθυνση της έκθεσής τους στη συγκεκριμένη εταιρία.

Επειδή, όμως, ο μεγαλύτερος μέτοχος της εταιρίας Π. Παπαδάκης είχε δεσμευθεί εγγράφως ότι αν πουλήσει μετοχές προτεραιότητα έχει η Δέλτα επελέγη η λύση της τριγωνικής συμφωνίας.

Όπως υποστηρίζουν τα στελέχη του fund σε μια πενταετία η επένδυσή τους θα αποδώσει τα τριπλάσια, κάτι που σε σημαντικό βαθμό στηρίζουν στο γεγονός ότι η εταιρία βρίσκεται στην «καρδιά» της γαλακτοπαραγωγικής ζώνης της χώρας. Άλλωστε η ΜΕΒΓΑΛ συνεργάζεται απευθείας με περισσότερους από 2000 κτηνοτρόφους.

Ο γιατρός που έγινε ρυθμιστής

Ο Πέτρος Παπαδάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951 από πατέρα στρατιωτικό. Το 1971 μπήκε στη Στρατιωτική Ιατρική της Θεσσαλονίκης, απ’ όπου αποφοίτησε έξι χρόνια μετά. Ως γαμπρός του συνιδρυτή της ΜΕΒΓΑΛ Χρήστου Χατζηθεοδώρου άρχισε από τη δεκαετία του 1990 να διεκδικεί ρόλο στην εταιρία αντίστοιχο του 47% των μετοχών που είχε υπό τον έλεγχο του.

Πρώτα μπήκε στο ΔΣ και εν συνεχεία -από το 2003- απέκτησε ενεργό ρόλο στη διαχείριση της εταιρίας. Αποστρατεύθηκε και εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη.

Στην πορεία «συμμάχησε» διαδοχικά με τους άλλους μετόχους της ΜΕΒΓΑΛ -τα μέλη της οικογένειας Χατζάκου- αξιοποιώντας τις μέτριες μεταξύ τους οικογενειακές σχέσεις. Στην αρχή με τη Μαίρη Χατζάκου και στη συνέχεια με τον Δημήτρη Συμεωνίδη, μετέχοντας ενεργά στη διοίκηση της εταιρίας από τη θέση του προέδρου και του διευθύνοντος συμβούλου. Έγινε γνωστός στο πανελλήνιο στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν αποκάλυψε την υπόθεση των «κουμπάρων» στην υπόθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που εξέταζε την υπόθεση του «καρτέλ γάλακτος».

Διπλωμάτης, πεισματάρηςκαι δραστήριος

Ο Δημήτρης Συμεωνίδης γεννήθηκε το 1953 στην Κωνσταντινούπολη και κατά κάποιο τρόπο αποτελεί τυπικό εκπρόσωπο Ρωμιού. Πεισματάρης και ταυτόχρονα διπλωμάτης. Άνθρωπος που δεν συνηθίζει να χάνει.

Στην Πόλη έζησε μέχρι το 1971, όταν αποφοίτησε από το Ζωγράφειο Λύκειο. Σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός και απέκτησε bachelor από το City College of New York και master από το Brooklyn Polytechnic Institute. Στη Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκε το 1981, αφού παντρεύτηκε τη Νίκη. Μία από τις δύο κόρες του κ. Κωνσταντίνου Χατζάκου, ενός από τους δύο ιδρυτές της ΜΕΒΓΑΛ, στην οποία ανήκει μέχρι σήμερα το 28,5% των μετοχών της ΜΕΒΓΑΛ.

Την ίδια χρονιά άρχισε να δουλεύει στην εταιρία. Υπήρξε δραστήριος από την αρχή κι έτσι όταν ο Κ. Χατζάκος αποφάσισε να παραδώσει τα ηνία τον εμπιστεύθηκε. Τα τελευταία 15 χρόνια δύο φορές απομακρύνθηκε από το «τιμόνι» της εταιρίας και άλλες δύο επέστρεψε για να ρυθμίσει τις τύχες της. Υπήρξε πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος από το 2001 έως το 2005.

ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Αξιολόγηση