KPMG: Αποφασισμένες να επιβιώσουν οι οικογενειακές επιχειρήσεις

KPMG: Αποφασισμένες να επιβιώσουν οι οικογενειακές επιχειρήσεις
«Στην Ελλάδα, το σημαντικότερο ζήτημα που απασχολεί τις Οικογενειακές Επιχειρήσεις παραμένει το πρόβλημα της ρευστότητας σε συνδυασμό πάντοτε με την προσπάθεια για ευημερία και εξασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των οικογενειακών ανησυχιών και των επιχειρηματικών συμφερόντων», σχολίασε τα ευρήματα της έρευνας Family Business Centre of Excellence της KPMG και του οργανισμού European Family Businesses,ο Γενικός Διευθυντής της KPMG, κ. Κρίστιαν Τόμας.

Η έρευνα, η οποία διεξάγεται για δεύτερη φορά, πραγματοποιήθηκε σε 710 Οικογενειακές Επιχειρήσεις στην Ευρώπη.

Αναλυτικότερα η έρευνα κατέγραψε σημαντικές προκλήσεις, αισιόδοξα σημάδια ανάπτυξης αλλά και αποφασιστικότηταγια επιβίωση.Αναφορικά με τη μελλοντική οικονομική προοπτική που μπορεί να έχουν οι οικογενειακές επιχειρήσεις μέσα στους επόμενους έξι μήνες, τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ανάκτηση της εμπιστοσύνης προς την αγορά, η οποία αποδίδεται κυρίως στην αλλαγή του τοπίου της χρηματοδότησης (ικανότητα εξασφάλισης τραπεζικής χρηματοδότησης) και στην προθυμία για επανεπένδυση των κερδών (71% των ερωτηθέντων είχαν θετική εικόνα έναντι 54% που ήταν το αποτέλεσμα της προηγούμενης έρευνας του 2013). Ποσοστό 21% των ερωτηθέντων αισθάνονται ότι δεν μπορούν να δεσμευτούν σε μια μελλοντική προοπτική (μείωση 13%, αποτέλεσμα προηγούμενης έρευνας). Ωστόσο, ένας «πόλεμος για εύρεση ταλέντων» έχει αρχίσει να διαφαίνεται.

Αξιοσημείωτη, σύμφωνα με την έρευνα, ήταν η αύξηση θετικών δεικτών αναφορικά με την αύξηση ή τη διατήρηση του κύκλου εργασιών και του προσωπικού με 49% των ερωτηθέντων να διατηρούν το μέγεθος του εργατικού δυναμικού σε σύγκριση με 36% που ήταν το αποτέλεσμα της προηγούμενης έρευνας. Επιπρόσθετα, 24% εμφανίζουν μείωση του κύκλου εργασιών (το αντίστοιχο ποσοστό της προηγούμενης έρευνας ήταν 31%). Επίσης 11% έχουν πραγματοποιήσει μείωση του αριθμού του προσωπικού σε σύγκριση με το περυσινό 23%. Το 72% των ερωτηθέντων ασχολούνται με δραστηριότητες στο εξωτερικό, (αυξημένο ποσοστό κατά 12%), ενώ το 75% σχεδιάζουν νέες στρατηγικές επενδύσεων.
Η οικογενειακή επιχείρηση αντιμετωπίζει πέντε κορυφαίες προκλήσεις που είναι οι ακόλουθες: 1) η μείωση της κερδοφορίας (49%), 2) οι αλλαγές στο κανονιστικό πλαίσιο των Οικογενειακών Επιχειρήσεων, 3) ο πόλεμος για την εύρεση ταλέντων, 4) η νομική / πολιτική αβεβαιότητα, καθώς και 5) η αύξηση των φορολογικών συντελεστών. Η μείωση του κύκλου εργασιών βρίσκεται χαμηλότερα στη λίστα των προτεραιοτήτων με μόνο 18% των ερωτηθέντων να την αναφέρουν ως βασικό μέλημα, ενώ μόλις πριν από έξι μήνες αποτελούσε τη μεγαλύτερη πρόκληση για 52% των ερωτηθέντων.
Ποσοστό 75% των επιχειρήσεων σχεδιάζουν επενδύσεις στο πλαίσιο των στρατηγικών τους σχεδίων και παράλληλα εξετάζουν το ενδεχόμενο μελλοντικών επενδύσεων. Το 55% των επιχειρήσεων προγραμματίζουν επενδύσεις στις κύριες δραστηριότητές της εταιρείας, ενώ 41% εξετάζουν το ενδεχόμενο να γίνουν επενδύσεις στη χώρα καταγωγής τους. Ποσοστό 19% των επιχειρήσεων αναζητούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μόνο 3% των ερωτηθέντων σχεδιάζουν εκποιήσεις (υπήρξε σημαντική μείωση συγκριτικά με το 11%, αποτέλεσμα της προηγούμενης έρευνας). Παρατηρήθηκε επίσης 2% μείωση των ερωτηθέντων που σχεδιάζουν να επενδύσουν στη διεθνή αγορά καθώς και απροθυμία να ενταχθούν πλήρως στις ξένες αγορές, ως μια ευκαιρία. Η επένδυση στις ξένες αγορές εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό μια ανεκμετάλλευτη ευκαιρία για τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Οι χώρες που θεωρούνται ως οι πλέον ελκυστικές είναι αυτές που ανήκουν κυρίως στην Αφρική και την Ωκεανία, για τις οποίες το ενδιαφέρον έχει αυξηθεί από 7% σε 11% και από 1% σε 3%, αντίστοιχα. Το 35% των επιχειρήσεων που αποφασίζουν να μην συμμετάσχουν ή να επενδύσουν σε ξένες αγορές θεωρούν ότι αυτό οφείλεται στην έλλειψη εξοικείωσης με τις διεθνείς αγορές, ενώ 2% αποδίδουν την απόφασή αυτή στην έλλειψη χρηματοδότησης.
Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση αποτελεί βασικό ζήτημα και ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη των οικογενειακών επιχειρήσεων, ωστόσο η αγορά για την εξασφάλιση χρηματοδότησης έχει σταθεροποιηθεί αρκετά. Ποσοστό 81% των επιχειρήσεων (σε σύγκριση με το 51%, αποτέλεσμα προηγούμενης έρευνας) δήλωσαν ότι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση δεν αποτελεί πλέον ζήτημα. Μόνο 19% (σε σύγκριση με 49%, που καταγράφηκε το 2013) θεωρούν, ότι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
Η έρευνα έδειξε, ότι οι οικογενειακές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τα δικά τους κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους (37%). Η επιθυμία να παραμείνουν ανεξάρτητοι και υπεύθυνοι για το μέλλον τους αποτελεί και την κινητήρια δύναμη επανεπένδυσης των κερδών τους. Το 36% των ερωτηθέντων ανέφεραν, ότι η τραπεζική χρηματοδότηση αποτελεί την πιο ελκυστική μορφή χρηματοδότησης. Η έρευνα έδειξε, ότι οι παραδοσιακές μορφές χρηματοδότησης παραμένουν και οι περισσότερο δημοφιλείς. Ποσοστό 9% των ερωτηθέντων είχαν θετική στάση στην είσοδο νέων μετόχων, 7% σε επιχειρηματικές συνεργασίες και μόλις 1% στην είσοδό τους σε εναλλακτικές αγορές (πχ εισαγωγή στο χρηματιστήριο- ΙPO).
Το 52% των ερωτηθέντων θεωρούν ως την σημαντικότερη αλλαγή/βελτίωση την απλούστευση των φορολογικών κανόνων. Επίσης 45% δηλώνουν, ότι θα επιθυμούσαν να υπάρξουν ευνοϊκότερες φορολογικές και διοικητικές ρυθμίσεις αναφορικά με τη μεταβίβαση των οικογενειακών επιχειρήσεων από γενιά σε γενιά (αύξηση 30% σε σχέση με τα αποτελέσματα προηγούμενης έρευνας). Ποσοστό 40% των ερωτηθέντων ζητούν χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και γενικότερα μια πιο ευέλικτη εργασιακή νομοθεσία.
Τα πέντε πιο δυνατά σημεία των οικογενειακών επιχειρήσεων είναι: για το 56% η ικανότητα να κερδίζουν νέες δουλειές και η αφοσίωση των πελατών τους, για το 49% η αφοσίωση και η δέσμευση των εργαζομένων τους, για το 44% το ισχυρό εμπορικό σήμα και η ισχυρή παρουσία της επιχείρησής τους στην αγορά, για το 42% η εξυπηρέτηση των πελατών και για το 39% το καθεστώς της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
Τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τις οικογενειακές επιχειρήσεις είναι η διατήρηση του οικογενειακού ελέγχου των επιχειρήσεων (87%), οι καλές δομές διακυβέρνησης (86%) και η επικοινωνία μεταξύ των γενεών (85%) (από 63%, αποτέλεσμα προηγούμενης έρευνας), η ισορροπία μεταξύ των οικογενειακών ανησυχιών και των επιχειρηματικών συμφερόντων (81%) (από 59%, αποτέλεσμα προηγούμενης έρευνας) και η ενημέρωση της οικογένειας στα ζητήματα των επιχειρήσεων (73%) (από 53%, αποτέλεσμα προηγούμενης έρευνας).
Ποσοστό 51% των επιχειρήσεων δεν σχεδιάζουν κάποια αλλαγή στους επόμενους 12 μήνες και μόνο 7% σχεδιάζουν την πώληση της οικογενειακής επιχείρησης. Από αυτές τις επιχειρήσεις που δήλωσαν, ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο κάποιας στρατηγικής αλλαγής μέσα στο επόμενο διάστημα, ποσοστό 27% σχεδιάζουν να περάσουν τον απόλυτο έλεγχο / διακυβέρνηση της επιχείρησής τους στην επόμενη γενιά (19%, αποτέλεσμα προηγούμενης έρευνας), 23% να μεταβιβάσουν την ιδιοκτησία της επιχείρησης στην επόμενη γενιά (23%), 21% να μεταβιβάσουν τη διαχείριση της επιχείρησής τους στη επόμενη γενιά (23%, αποτέλεσμα προηγούμενης έρευνας) και 21% θα επιδιώξουν να διορίσουν ένα μη οικογενειακό μέλος ως οικονομικό διευθυντή, αλλά παράλληλα και να διατηρήσουν τον έλεγχο της οικογενειακής τους επιχείρησης (25%, αποτέλεσμα προηγούμενης έρευνας).

Αξιολόγηση