American dream αλά ελληνικά

Ο Τζον Κατσιματίδης και ο Ντιν Μητρόπουλος φιγουράρουν στη λίστα του Forbes με τους 43 μετανάστες, που ανήκουν στο κλαμπ με τους 400 πλουσιότερους Αμερικανούς

American dream αλά ελληνικά

Ζουν όλοι τους το Αμερικανικό Όνειρο. Οι 43 μετανάστες που περιλαμβάνονται στη φετινή λίστα του Forbes με τους 400 πλουσιότερους Αμερικανούς προέρχονται από 20 διαφορετικές χώρες και έξι ηπείρους, αλλά κατάφεραν να χτίσουν περιουσίες με συνολικό ύψος που αγγίζει τα 289 δισ. δολάρια. Από τον σπουδαιότερο επενδυτή του κόσμου Τζορτζ Σόρος έως τον συνιδρυτή της Google Σεργκέι Μπριν και τον οραματιστή δημιουργό της Tesla Έλον Μασκ, αυτά τα success stories αποτελούν την καλύτερη απάντηση στις κυβερνήσεις που υψώνουν τείχη, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, για να κρατήσουν τους μετανάστες έξω από τα σύνορά τους. Από τη λίστα με τους δισεκατομμυριούχους μετανάστες της Αμερικής δεν θα μπορούσε, ασφαλώς, να λείπει το ελληνικό στοιχείο. Ο Τζον Κατσιματίδης ξεκίνησε από τη Νίσυρο για να δημιουργήσει μια περιουσία 3,1 δισ. δολαρίων στο πετρέλαιο, το real estate και τα σούπερ μάρκετ, ενώ ο Ντιν Μητρόπουλος γεννήθηκε στην Τρίπολη αλλά έχτισε το προφίλ του «γκουρού» των εξαγορών καθώς και μια περιουσία 2,5 δισ. δολαρίων.

 

Η αλήθεια είναι ότι λίγοι άνθρωποι ενσαρκώνουν το λεγόμενο «American Dream» καλύτερα από τον Τζον Κατσιματίδη. Γεννημένος πριν από 70 χρόνια στη Νίσυρο, έφτασε στις ΗΠΑ σε ηλικία μόλις έξι μηνών, στην αγκαλιά της μητέρας του Δέσποινας. Ο πατέρας του, που ήταν φαροφύλακας στην Ελλάδα, εγκατέστησε την οικογένειά του σε ένα διαμέρισμα που έβλεπε στο φωταγωγό στο Χάρλεμ και άρχισε να εργάζεται ως σερβιτόρος. «Ήμασταν φυλακισμένοι εκεί για 20 χρόνια. Στο γκέτο είσαι φυλακισμένος μέχρι να δραπετεύσεις. Εγώ δραπέτευσα», έλεγε ο ομογενής επιχειρηματίας σε κάποια συνέντευξή του στην αμερικανική έκδοση της Huffington Post, πριν από μερικά χρόνια. Ο Τζον σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, και ταυτόχρονα δούλευε τα βράδια σε ένα μικρό σούπερ μάρκετ, για να βοηθά τους γονείς του με τα έξοδα του σπιτιού. Λίγο πριν πάρει το πτυχίο του, εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για να δουλέψει full time στο μαγαζί, το οποίο και έμελλε τελικά να εξαγοράσει. Έως τα 25α γενέθλιά του είχε ήδη δέκα δικά του σούπερ μάρκετ υπό την επωνυμία Red Apple. Τα μαγαζιά του κατάφεραν να ξεχωρίσουν γιατί έμεναν ανοικτά ως αργά το βράδυ, επτά ημέρες την εβδομάδα, προσέφεραν δωρεάν διανομές κατ΄ οίκον αλλά και εξαργύρωση επιταγών στα ταμεία τους. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ο Κατσιματίδης έχει καταφέρει να μεταμορφώσει αυτή την επιχείρηση σε έναν πολυσχιδή όμιλο που δραστηριοποιείται στην ενέργεια, το real estate, το finance, τις ασφάλειες και τα σούπερ μάρκετ. Η Red Apple Group απασχολεί περισσότερα από 8.000 άτομα και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες ιδιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ.

Σαν ένας από τους πλουσιότερους Αμερικανούς επιχειρηματίες, ο Τζον Κατσιματίδης ανέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική δράση και στήριξε με δωρεές τα μεγαλύτερα ονόματα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής. Η φιλία που τον ενώνει με το ζεύγος Κλίντον είναι τόσο στενή ώστε η Χίλαρι παρευρέθηκε στο γάμο της κόρης του με τον εγγονό του Ρίτσαρντ Νίξον και ο Μπιλ «δανείζεται» συχνά κάποιο από τα δύο ιδιωτικά αεροπλάνα του Ελληνοαμερικανού επιχειρηματία για τις μετακινήσεις του. Παρόλα αυτά, ο Κατσιματίδης υπήρξε ανάμεσα στους χρηματοδότες της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, με αποτέλεσμα φέτος το καλοκαίρι να δεχθεί μια από τις πιο περιζήτητες προσκλήσεις στον κόσμο, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος τον κάλεσε σε δείπνο με άλλους δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες, για να συζητήσουν μια σειρά από οικονομικά θέματα.

Άλλωστε, και ο ίδιος φλερτάρει συχνά με την πολιτική, με αποκορύφωμα την απόφασή του να διεκδικήσει (χωρίς επιτυχία) τη δημαρχία της Νέας Υόρκης, το 2013, με σκοπό, όπως έλεγε, να γίνει δήμαρχος «του Χάρλεμ αλλά και της Wall Street». Σήμερα, φαίνεται ότι το κεφάλαιο της πολιτικής δεν έχει κλείσει οριστικά για εκείνον, αφού η ενασχόλησή του με τα κοινά είναι μια σκέψη που τριγυρίζει συνεχώς στο μυαλό του. Όπως στο μυαλό του βρίσκεται πάντα και η Ελλάδα. Αφότου προσπάθησε –χωρίς αποτέλεσμα- να εξαγοράσει το Χίλτον της Αθήνας, έχει δηλώσει ότι οι επενδύσεις στην πατρίδα του πατέρα του είναι κάτι που τον ενδιαφέρει και θα συνεχίσει να επιδιώκει.

Η ΒΙΛΑ ΤΟΥ PLAYBOY

Και εάν οι Νεοϋορκέζοι έμαθαν το όνομα του Τζον Κατσιματίδη από την ενασχόλησή του με την πολιτική, λίγοι ήταν εκείνοι που γνώριζαν ότι ο Ντιν Μητρόπουλος έχει σώσει μερικά από τα τυποποιημένα τρόφιμα που μεγάλωσαν γενιές και γενιές Αμερικανών. Ο πολύς κόσμος τον έμαθε μόνο όταν ο 32χρονος τότε γιος του έδωσε πριν από δύο χρόνια 100 εκατ. δολάρια για να αγοράσει την έπαυλη του θρυλικού ιδρυτή του Playboy, Χιου Χέφνερ.

Η ιστορία του Ντιν Μητρόπουλου ξεκινά όπως τόσες άλλες των ομογενών της Αμερικής. Γιος ενός αγρότη από την Τρίπολη, ήταν μόλις 10 χρόνων όταν η οικογένειά του μετανάστευσε στις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκε στη Μασαχουσέτη, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Αφότου μπόρεσε να σπουδάσει με υποτροφία, έπιασε δουλειά στην GTE (το σημερινό γίγαντα των τηλεπικοινωνιών Verizon), με αποτέλεσμα σαν 20άρης να ταξιδεύει από το Παρίσι και το Λονδίνο έως τη Γενεύη και το Χονγκ Κονγκ. Ο Μητρόπουλος έκανε την πρώτη του εξαγορά –ήταν μια μικρή εταιρεία που κατασκεύαζε θερμάστρες και κλιματιστικά στο Βέλγιο και την Ιταλία- σε αυτή τη νεαρή ηλικία, και δεν έχει σταματήσει έκτοτε.

ΘΡΥΛΙΚΑ BRANDS

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, εξαγόρασε μερικά από τα πιο θρυλικά –αλλά ξεπεσμένα- brands που έβρισκε κανείς στα ράφια των αμερικανικών σούπερ μάρκετ. Τέτοια ήταν η κυριαρχία του στους διαδρόμους των σούπερ μάρκετ, ώστε στην αγορά του private equity έμεινε γνωστός ως ο άρχοντας των ραφιών. Ο τρόπος λειτουργίας του είναι φαινομενικά απλός αλλά πρακτικά μεγαλοφυής: Αγοράζει ένα γνωστό brand που να έχει χάσει το δρόμο του, του δίνει νέα πνοή με μια μοντέρνα συσκευασία και μια καλή διαφημιστική καμπάνια και μετά πουλά το brand βγάζοντας ένα καλό κέρδος. Με τον τρόπο αυτό, ο Μητρόπουλος αναβίωσε μερικά κλασικά αμερικανικά ονόματα της βιομηχανίας τροφίμων, όπως η μπύρα Babst Blue Ribbon, οι κονσέρβες Bumble Bee Tuna και οι έτοιμες σάλτσες για μακαρόνια Chef Boyardee. Όμως, το deal που έμελλε να τον μετατρέψει σε πραγματικό ήρωα στα μάτια των Αμερικανών καταναλωτών δεν ήταν άλλο από εκείνο που έσωσε τα θρυλικά Twinkies. Τα χρυσαφένια κεϊκάκια με τη γέμιση από κρέμα πρωτοκυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ το 1930 και βρίσκονταν για πολλές δεκαετίες στα ντουλάπια κάθε αμερικανικής κουζίνας. Όμως, καθώς η γενιά των millennials γύρισε την πλάτη στα τυποποιημένα τρόφιμα, αναζητώντας πιο φρέσκιες και υγιεινές επιλογές, η ζήτηση για τα Twinkies βρέθηκε σε πτώση και η εταιρεία που τα παρήγαγε, η Hostess Brands, έπεσε σε καθεστώς χρεοκοπίας. Ο Μητρόπουλος δεν άργησε να δει μια σπουδαία επιχειρηματική ευκαιρία. Έδωσε 410 εκατ. δολάρια για να αποκτήσει την επιχείρηση, ξόδεψε 250 εκατ. δολάρια για να τη μεταμορφώσει και έβγαλε κέρδος περίπου 2 δισ. δολαρίων. Ήταν αυτό το deal που τον έφερε στο εξώφυλλο του περιοδικού Forbes και έκανε την Washington Post να γράψει για αυτόν: «Γνωρίστε τον δισεκατομμυριούχο σωτήρα των Twinkies και πωλητή μπύρας που άλλαξε τον τρόπο που τρώτε».

Πηγή: Από την εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ που κυκλοφορεί κάθε Σάββατο στα περίπτερα όλης της χώρας