Στον προϋπολογισμό η … λυπητερή του φόρου υπεραξίας ακινήτων

Στα 24 εκατ. ευρώ το κόστος για τους πωλητές ακινήτων από τον νέο φόρο– Άγνωστες οι προθέσεις της κυβέρνησης

Στον προϋπολογισμό η … λυπητερή του φόρου υπεραξίας ακινήτων

Της τελευταίας στιγμής ακόμη μια φορά. Η εκκρεμότητα είναι γνωστή στην κυβέρνηση εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια. Ο φόρος υπεραξίας ακινήτων, ύστερα από σειρά παρατάσεων πρέπει –βάσει νόμου- να ενεργοποιηθεί από την 1/1/2018. Στο υπουργείο Οικονομικών δεν έχει γίνει καμία απολύτως προετοιμασία για ένα θέμα που αφορά το σύνολο των πωλητών ακινήτων. Ακόμη και αν οι πιθανότητες να εντοπιστεί «υπεραξία» σε μια πεθαμένη αγορά όπως αυτή των ακινήτων είναι περιορισμένες έως ανύπαρκτες, το υπουργείο Οικονομικών όφειλε να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του. Αντ’ αυτού, έρχεται ο προϋπολογισμός για να ενσωματώσει εγγραφή στα δημόσια έσοδα του 2018 ύψους 24 εκατ. ευρώ από τον συγκεκριμένο φόρο. Το ενδιαφέρον τώρα εντοπίζεται στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές που αρχίζουν την επόμενη εβδομάδα καθώς από εκεί θα προκύψει αν θα υπάρξει μια ακόμη αναβολή κάτι που σημαίνει ότι η εγγραφή στον προϋπολογισμό θα παραμείνει απλώς μια «τρύπα» στο σκέλος των εσόδων.

Η εφαρμογή των διατάξεων για την επιβολή του φόρου υπεραξίας ακινήτων ανεστάλη για τρία χρόνια, για το 2015, το 2016 και το 2017, με νομοθετικές ρυθμίσεις που ψηφίστηκαν από τη Βουλή το 2014 και το 2016. Η περίοδος αναστολής της εφαρμογής του φόρου υπεραξίας ακινήτων λήγει πλέον την 31η Δεκεμβρίου 2017

Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου:

  1. Ο φόρος υπεραξίας θα επιβάλλεται με συντελεστή 15% στο κέρδος που προκύπτει ανάμεσα στην τιμή κτήσης και την τιμή πώλησης κάθε ακινήτου. Ο φόρος θα επιβαρύνει τον πωλητή του ακινήτου, ενώ ο αγοραστής θα οφείλει φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.
  2. Εφόσον ο φορολογούμενος έχει διακρατήσει το ακίνητο που πωλεί για πέντε τουλάχιστον έτη από τη στιγμή της απόκτησής του, η υπεραξία θα είναι αφορολόγητη μέχρι το ποσό των 25.000 ευρώ.
  3. Όσοι μεταβιβάσουν ακίνητα τα οποία έχουν στην κατοχή τους πριν από το 1995 θα απαλλάσσονται από τον φόρο υπεραξίας.
    Η τελική υπεραξία επί της οποίας θα υπολογίζεται ο φόρος θα προσδιορίζεται με βάση ποσοστιαίους συντελεστές απομείωσης κλιμακούμενους ανάλογα με τα έτη διακράτησης του ακινήτου. Ειδικά για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί από την 1η Ιανουαρίου 1995 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002 οι συντελεστές απομείωσης θα περιορίζονται, καθώς θα πολλαπλασιάζονται με 0,8.

Ως τιμές κτήσης και μεταβίβασης θα λαμβάνονται αυτές που αναγράφονται στα συμβόλαια, ενώ εάν πρόκειται για ακίνητο το οποίο έχει αποκτηθεί από κληρονομιά, η τιμή κτήσης θα υπολογίζεται με βάση τον φόρο κληρονομιάς που είχε καταβληθεί (το ίδιο και για τις δωρεές - γονικές παροχές). Σε κάθε άλλη περίπτωση που η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προκύψει με βάση δημόσια έγγραφα (όπως π.χ αυτεπιστασία ή αντιπαροχή) θα υπολογίζεται με βάση έναν μαθηματικό τύπο, ο οποίος λαμβάνει υπ’ όψιν τον πληθωρισμό των ετών που έχουν μεσολαβήσει ανάμεσα στην απόκτηση και την πώληση (τιμή κτήσης = τιμή μεταβίβασης επί τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών του έτους κτήσης διά του ΔΤΚατ του προηγουμένου της μεταβίβασης έτους. Ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών δημοσιεύεται κάθε χρόνο από την Τράπεζα της Ελλάδος).

5.0
Αξιολόγηση