"Παράταση" για τις νέες αντικειμενικές αξίες ψάχνει η κυβέρνηση

Αυξήσεις "φωτιά" στους συντελεστές αν υλοποιηθεί τώρα η εξίσωση με τις εμπορικές

"Παράταση" για τις νέες αντικειμενικές αξίες ψάχνει η κυβέρνηση

Τρόπο διαφυγής από την μνημονιακή απαίτηση για εξίσωση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων με τις εμπορικές μέχρι το τέλος του χρόνου αναζητεί η κυβέρνηση ενώ για μια ακόμη φορά φαίνεται να ακολουθεί την οδό των... καθυστερήσεων.

Έχουν απομείνει τέσσερις μήνες μέχρι το τέλος του χρόνου και ακόμη η προετοιμασία για το νέο σύστημα αξιών βρίσκεται στα πρώτα στάδια παρά το γεγονός ότ η εκκρεμότητα της εξίσωσης –την οποία μάλιστα έχει διατάξει μέχρι και το Συμβούλιο της Επικρατείας- υπάρχει εδώ και χρόνια. Το υπουργείο Οικονομικών έχει τον λόγο του να καθυστερεί: θέλει να αποφύγει το... πικρό ποτήρι της νέας αύξησης των συντελεστών φορολόγησης των ακινήτων καθώς αυτό είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει νέες επιβαρύνσεις σε εκατοντάδες χιλιάδες φορολογούμενους. Αν προχωρήσει τώρα η εξίσωση των αντικειμενικών αξιών με τις εμπορικές, η φορολογητέα ύλη του συμπληρωματικού φόρου ακινήτων θα μειωθεί κατά τουλάχιστον 100 δις. ευρώ και αυτό θα υποχρεώσει την κυβέρνηση να μειώσει το «αφορολόγητο» του συμπληρωματικού φόρου ακινήτων ακόμη και κάτω από τα 150.000 ευρώ (από 200.000 ευρώ που είναι σήμερα). Ο «λογαριασμός» από ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα έφτανε στους φορολογούμενους σε μια εξαιρετικά κρίσιμη πολιτικά περίοδο: τον Αύγουστο του 2018 όταν θα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η πιο κρίσιμη διαπραγμάτευση με τους δανειστές καθώς αυτή θα αφορά στη διευθέτηση του χρέους αλλά και στο καθεστώς βάσει του οποίου θα λειτουργεί η χώρα μετά το τέλος του 3ουμνημονίου.

Το υπουργείο Οικονομικών, αν πιεστεί και στο πλαίσιο της 3ηςαξιολόγησης να προχωρήσει «εδώ και τώρα» στην εξίσωση των εμπορικών αξιών με τις αντικειμενικές και να μην προχωρήσει σε μια ακόμη αναβολή (κάτι πολύ δύσκολο καθώς πλέον τελειώνει το 3ομνημόνιο) θα επιχειρήσει να διαφύγει δια της... ηλεκτρονικής βάσης αξιών. Το σύστημα στο οποίο ήδη καταχωρίζονται οι συναλλαγές που γίνονται το τελευταίο διάστημα (σ.σ τα στοιχεία τα περνούν οι συμβολαιογράφοι χωρίς όμως να είναι ακόμη σαφές αν υπάρχει υποχρέωση γιαόλους) υποτίθεται ότι θα αποτελέσει τη «βάση» από την οποία θα προκύψουν οι εμπορικές αξίες. Στο οικονομικό επιτελείοόμως γνωρίζουν ότι τα στοιχεία της βάσης δεν είναι τόσο αξιόπιστα ώστε να στηριχτεί σε αυτά το σύνολο της μεταρρύθμισης της φορολογίας ακινήτων. Και αυτό για δύο λόγους:

  1. Πρώτον οι περισσότερες αγοραπωλησίες που γίνονται τα τελευταία χρόνια (και οι οποίες «ταίζουν» ουσιαστικά τη βάση δεδομένων του υπουργείου Οικονομικών είναι αγοραπωλησίες «ανάγκης». Δηλαδή πρόκειται για συναλλαγές στις οποίες ο πωλητής υποκύπτει σε πολυ΄χαμηλά τιμήματα προκειμένου να καλύψει άλλες πιεστικές οικονομικές υποχρεώσεις. Αν χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά αυτά τα στοιχεία, οι νέες αξίες των ακινήτων βάσει των οποίων θα υπολογίζονται οι φόροι, θα υποχωρήσουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα κάτι που θα έχει συνέπειες και στα οικονομικά των τραπεζών αλλά και στα δημόσια έσοδα.
  2. Δεύτερον οι αγοραπωλησίες είναι πλέον πολύ λίγες για να προκύψει αξιόπιστη εικόνα της κατάστασης που επικρατεί σε κάθε περιοχή της χώρας. Οι αγοραπωλησίες προ κρίσης ήταν περισσότερες από 200.000 και πλέον η πτώση φτάνει στα επίπεδα του 70-75%.

Η λύση που υπάρχει στο τραπέζι είναι να χρησιμοποιηθούν οι αξίες από τη βάση συναλλαγών –η καταγραφή όλων των συναλλαγών θα γίνει υποχρεωτική- αλλά να θεσπιστεί και ένα ελάχιστο «πλαφόν» τιμών το οποίο θα είναι κοντά στα σημερινά επίπεδα των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων. Αυτό δεν προσκρούει στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το οποίο ζητά την ανανέωση των τιμών χωρίς να έχει λόγο για το ύψος τους. Αν αυτές οι «ελάχιστες τιμές» (οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν και για τον υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ) είναι κοντά στις σημερινές αντικειμενικές αξίες, τότε θα αποφευχθεί η μεγάλη αύξηση των συντελεστών τόσο στον ΕΝΦΙΑ όσο και στους φόρους μεταβίβασης ακινήτων.

Αξιολόγηση