ΕΚΤ: Όχι στην προστασία της πρώτης κατοικίας

ΕΚΤ: Όχι στην προστασία της πρώτης κατοικίας
Το μπαλάκι στους θεσμούς  πέταξε ο Μάριο Ντράγκι,  σε ότι αφορά την προστασία της κύριας κατοικίας από τους πλειστηριασμούς, θεωρώντας ότι πρέπει να ενταχθεί στο πακέτο των θεμάτων  της διαπραγμάτευσης. «Ουδέν σχόλιο» αναφέρουν κύκλοι του  υπουργείου Οικονομίας.  
Της Έφης Καραγεώργου.
Η ΕΚΤ εκτιμά ότι με το σχέδιο νόμου θα αυξηθεί ο αριθμός εκείνων που δεν θα πληρώνουν αν και έχουν τη δυνατότητα να είναι συνεπείς, με επακόλουθο δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, καθώς οι τράπεζες θα περιορίσουν και άλλο τις νέες χορηγήσεις, ενώ θα επιβάλλουν υψηλότερα επιτόκια.
Ο επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι χαρακτηρίζει ως «κοινωνικά άδικη την πλημμελώς στοχευμένη απαγόρευση των πλειστηριασμών», σημειώνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι θεσμοί κατανοούν ότι σκοπός του σχεδίου νόμου είναι η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης στην Ελλάδα, ωστόσο θεωρεί ως ενδεδειγμένη λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος την ανάπτυξη ενός δικτύου κοινωνικής προστασίας, που θα αντιμετώπιζε αποτελεσματικά το πρόβλημα και θα περιόριζε τις δυσμενείς επιπτώσεις.
Το υπουργείο Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού από τις 4 Μαρτίου είχε ζητήσει την γνωμοδότηση της ΕΚΤ για το σχέδιο νόμου που πρόκειται να καταθέσει στη Βουλή σχετικά με την προστασία της πρώτης κατοικίας από τους πλειστηριασμούς.
Η απάντηση του Μάριο Ντράγκι -ήρθε το Μεγάλο Σάββατο- και ήταν αρνητική, αφού η κεντρική τράπεζα είπε όχι στη γενικευμένη αναστολή των πλειστηριασμών, καθώς όπως αναφέρει στην γνωμοδότηση της θα έχει δυσμενή αντίκτυπο στη νοοτροπία πληρωμών στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ΕΚΤ η πρακτική αυτή αποτέλεσε ένα από τα βασικά προσκόμματα στην αποτελεσματική διευθέτηση και διαχείριση του πολύ μεγάλου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών. Μάλιστα σημειώνει ότι η έλλειψη αποτελεσματικών εργαλείων για τη διαχείριση των κόκκινων δανείων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αδικαιολόγητα υψηλά επίπεδα το μη εξυπηρετούμενο χρέος των ιδιωτών κάτι που θα είχε δυσμενή αντίκτυπο στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ενώ το υψηλό επίπεδο χρέους επιδρά αρνητικά στον προγραμματισμό των νοικοκυριών και έχει δυσμενή αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα.
HΕΚΤ θεωρεί ότι όσα προβλέπει το σχέδιο νόμου μπορεί να λειτουργήσουν ως «κίνητρο για τους οφειλέτες εκείνους που δεν χρήζουν προστασίας», προκειμένου αυτοί να παύσουν να εκπληρώνουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους –αν και έχουν τη δυνατότητα να είναι συνεπείς- είτε να τις εκπληρώνουν εν μέρει. Ωστόσο αυτό θα έχει αρνητική επίπτωση στην ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, αφού το πιθανότερο είναι οι τράπεζες να περιορίσουν τις νέες πιστώσεις, ενώ θα επιβάλλουν και υψηλότερα επιτόκια.
Το σχέδιο νόμου σκοπό έχει την αντιμετώπιση της τρέχουσας ανθρωπιστικής κρίσης στην Ελλάδα μέσω της προστασίας οφειλετών από τον πλειστηριασμό ακινήτων τα οποία χρησιμεύουν ως κύρια κατοικία τους. Επίσης προστατεύονται από τον πλειστηριασμό και τα ακίνητα των εγγυητών του πρωτοφειλέτη.
Σύμφωνα με το σχέδιο, οι οφειλέτες που επιθυμούν να υπαχθούν στην προστασία του, υποχρεούνται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου ή την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, να αποδείξουν ότι πληρούν τα σχετικά κριτήρια. Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι η ως άνω παρεχόμενη προστασία περιορίζεται στην απαγόρευση διενέργειας των πλειστηριασμών εις βάρος των συγκεκριμένων ακινήτων, χωρίς να θίγει τις διαδικασίες κατάσχεσης αυτών.
Το σχέδιο νόμου απαγορεύει στις τράπεζες να προβαίνουν σε πλειστηριασμό της κύριας κατοικίας οφειλέτη η αντικειμενική αξία της οποίας, υπολογιζόμενη για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος, είναι μικρότερη ή ίση των 300.000 ευρώ. Η απαγόρευση θα έχει ισχύ έως την 31η Δεκεμβρίου 2015. Προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του σχεδίου νόμου οι οφειλέτες πρέπει να πληρούν πρωτίστως τα ακόλουθα κριτήρια: α) να έχουν καθαρό ετήσιο εισόδημα μικρότερο ή ίσο των 50.000 ευρώ και β) να διαθέτουν κινητή και ακίνητη περιουσίας συνολικής αξίας μικρότερης ή ίσης των 500.000 ευρώ και εξ αυτής το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό την 20ή Νοεμβρίου 2013 να μην υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ (εξαιρουμένων περιοδικών παροχών από συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά προγράμματα).
Κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης πλειστηριασμού οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλλουν προς τους δανειστές μηνιαίως ποσοστό 10% επί του καθαρού μηνιαίου εισοδήματός τους, εφόσον το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν ξεπερνά τις 35.000 ευρώ. Εφόσον το ετήσιο οικογενειακό τους εισόδημα ξεπερνά τις 35.000 ευρώ, αυτοί υποχρεούνται να καταβάλλουν προς τους δανειστές μηνιαίως ποσοστό 10% επί του ποσού μέχρι τις 35.000 ευρώ και ποσοστό 20% επί του υπερβάλλοντος ποσού εισοδήματος. Ευπαθέστερες κατηγορίες οφειλετών τυγχάνουν ακόμη ευεργετικότερων όρων προστασίας.
Η προστασία των οφειλετών κατά το σχέδιο νόμου τελεί υπό την επιφύλαξη της συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων και των κινήσεων λογαριασμού τους. Μάλιστα, η παρεχόμενη σε αυτούς προστασία θα αίρεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση καταβολής των ως άνω προβλεπόμενων ποσών για έξι συνολικά μήνες.
Αξιολόγηση